Έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του ύστερου 20ού αιώνα, ο Γαλλοτσέχος Μίλαν Κούντερα.

Έχει συγγράψει τόσο στην τσέχικη όσο και στη γαλλική γλώσσα, ενώ έκανε επιμέλεια σε όλες τις γαλλικές μεταφράσεις των βιβλίων του, προσδίδοντάς τους ισχύ πρωτοτύπου και όχι μεταφρασμένου έργου. Κατόπιν λογοκρισίας, η κυκλοφορία των έργων του ήταν απαγορευμένη στη γενέτειρά του έως και την πτώση της κομμουνιστικής κυβέρνησης κατά τη βελούδινη επανάσταση του 1989.

Μετά από τέσσερις δεκαετίες,ο Petr Drulák, ο πρέσβης της Τσεχίας στην Γαλλία επισκέφθηκε τον συγγραφέα στο διαμέρισμά του στο Παρίσι ώστε να του παραδώσει τα έγγραφα με τα οποία του επιστρεφόταν η τσεχική υπηκοότητα.

Ο ίδιος μίλησε για μια συμβολική χειρονομία προς τον μεγαλύτερο Τσέχο συγγραφέα. Η παράδοση των εγγράφων χαρακτηρίστηκε από απλότητα, συγκίνηση και ζεστασιά, σύμφωνα με τον πρέσβη. «Ήταν σε καλή διάθεση, πήρε το έγγραφο και είπε “ευχαριστώ”» ανέφερε ο Drulák.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το 1950 το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας διέγραψε για «αντικομμουνιστικές δραστηριότητες» τον Κούντερα. Έγινε ένα πρόσωπο μισητό για το καθεστώς ώσπου τελικά αυτομόλησε στη Γαλλία το 1975. Τέσσερα χρόνια μετά του αφαιρέθηκε η τσεχική υπηκοότητα και το 1981 έγινε Γάλλος πολίτης. Πολλά από τα πλέον διάσημα βιβλία του γράφτηκαν στα γαλλικά, ενώ το έργο του ήταν απαγορευμένο στην πατρίδα του μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1980. Το 1988, «Η Αθανασία», έγινε το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε στη μητρική του γλώσσα.

Ζούσε πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και ποτέ δεν παραπονέθηκε για τη μοίρα του. «Αυτό το όνειρο της επιστροφής δεν υπάρχει… Έχω πάρει μαζί μου την Πράγα, τη μυρωδιά, τις γεύσεις της, τη γλώσσα, τα τοπία, τον πολιτισμό της» είπε σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα «Zeit». Το πιο γνωστό έργο του, που του χάρισε παγκόσμια φήμη, είναι το μυθιστόρημα «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» (σε μια επόμενη έκδοσή του στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης»), που πρωτοκυκλοφόρησε το 1984. Στην πατρίδα του κυκλοφόρησε μόλις το 2006.

Ο Κούντερα συγκέντρωσε το ενδιαφέρον του στον άνθρωπο ως άτομο, ιδιαίτερα στα συναισθηματικά και υπαρξιακά του προβλήματα. Η γραφή του είναι συχνά πειραματική και κινείται μεταξύ δοκιμίου και μυθιστορήματος, ενώ το ύφος του, που φθάνει ως τον σαρκασμό, είναι συχνά επηρεασμένο από τον Κάφκα.

Βιογραφία

Ο Μίλαν Κούντερα γεννήθηκε στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας την 1η Απριλίου 1929. Γιος του πιανίστα και μουσικολόγου Λούντβικ Κούντερα (1891-1971), σπούδασε και ο ίδιος μουσική, καθώς και κινηματογράφο και φιλοσοφία, στην Πράγα. Ασχολήθηκε αρχικά με την ποίηση και εξέδωσε ποιήματά του την δεκαετία του ’50. Παράλληλα, εργαζόταν για τα προς το ζην είτε ως εργάτης είτε ως πιανίστας της τζαζ.

Το 1958 διορίστηκε επίκουρος καθηγητής λογοτεχνίας στην Κινηματογραφική Σχολή της Πράγας και πολλοί από τους πρωτεργάτες του Νέου Κύματος του τσεχοσλοβακικού κινηματογράφου, του Μίλος Φόρμαν συμπεριλαμβανομένου, ήταν μαθητές του.

Ύστερα από μια μελέτη για τον Απολινέρ (1958) και ένα δοκίμιο για την τέχνη του μυθιστορήματος (1960), αφιερωμένο στον Τσέχο μυθιστοριογράφο Βλάντισλαβ Βάντσουρα, ο Μίλαν Κούντερα αφοσιώθηκε στη δραματουργία και την πεζογραφία, εντυπωσιάζοντας με τη σαφήνεια και καθαρότητα του λόγου του και με το σπινθηροβόλο χιούμορ του.

Εν τω μεταξύ, από το 1948 είχε ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα της πατρίδας του, την χρονιά που επιβλήθηκε ο κομμουνισμός στην Τσεχοσλοβακία. «Ο κομμουνισμός με σαγήνευσε, όπως ο Στραβίνσκι, ο Πικάσο και ο σουρεαλισμός» είχε πει κάποτε. Διατήρησε πάντως την επαναστατική του διάθεση απέναντι στην νέα εξουσία και το 1950 αποβλήθηκε από το Κόμμα, επειδή έκανε ένα χοντρό αστείο σε ένα κυβερνητικό αξιωματούχο. Το 1956 επανεντάχθηκε, για να διαγραφεί οριστικά το 1970, λόγω της υποστήριξής του στην «Άνοιξη της Πράγας».

Το 1962, ο Κούντερα παρουσίασε το πρώτο του θεατρικό έργο «Οι Κλειδοκράτορες», που εκτυλίσσεται στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Τσεχοσλοβακία και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στην πατρίδα του, καθώς θεωρήθηκε μια από τις κορυφαίες δημιουργίες της μετασταλινικής περιόδου. Στη χώρα μας, το έργο ανέβηκε το 1973 από τον θίασο Ληναίου – Φωτίου και απαγορεύτηκε από τη χούντα.

Το 1967, κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Το Αστείο», που αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει γνωστός κυρίως στον ευρωπαϊκό χώρο. Πρόκειται για μια σάτιρα του υπαρκτού σοσιαλισμού, που έγινε το «ευαγγέλιο» των υπέρμαχων της «Άνοιξης της Πράγας», που πίστευαν σ’ έναν σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Ο συγγραφέας υπέστη διώξεις, στρατεύτηκε υποχρεωτικά και τα βιβλία του αποσύρθηκαν από τις δημόσιες βιβλιοθήκες. Τα μυθιστορήματα «Η ζωή είναι αλλού» (1973) και «Το βαλς του αποχαιρετισμού» (1973), που ακολούθησαν, συνθέτουν μια τριλογία.

Το 1975, ο Μίλαν Κούντερα κατέφυγε στη Γαλλία μαζί με τη σύζυγό του Βέρα Χραμπάνκοβα και το 1981 έλαβε τη γαλλική υπηκοότητα, αφού προηγουμένως το κομμουνιστικό καθεστώς της πατρίδας του του είχε αφαιρέσει την ιθαγένεια. Το 1979 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα επί γαλλικού εδάφους με τίτλο «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης», που κινείται σε πιο πειραματική γραφή, όπως και τα επόμενα έργα του.

Το 1984 ήταν χρονιά θριάμβου για τον Μίλαν Κούντερα. Το μυθιστόρημά του «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» αποτέλεσε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία και τον έκανε γνωστό στα πέρατα της οικουμένης. Το έργο, που μεταφέρθηκε επιτυχημένα στη μεγάλη οθόνη από τον αμερικανό σκηνοθέτη Φίλιπ Κάουφμαν, είναι τοποθετημένο στην Τσεχοσλοβακία του 1968, την εποχή της «Άνοιξης της Πράγας» και λίγο πριν από τη σοβιετική εισβολή, με ήρωα έναν χειρουργό και διανοούμενο ονόματι Τόμας, που είναι παγιδευμένος ανάμεσα στην αγάπη και την ελευθερία, την πολιτική και τον έρωτα.

Τα επόμενα χρόνια παρέμεινε συγγραφικά ενεργός με τα μυθιστορήματα: «Αθανασία» (1990), «Η βραδύτητα» (1995), «Η Ταυτότητα» (1998), «Η Άγνοια» (2000) και το πιο πρόσφατο «Η Γιορτή της Ασημαντότητας».