Επιστροφή στα μερίσματα για τις ελληνικές τράπεζες λέει η S&P, ποιοι φόροι θα γεμίσουν τα ταμεία το 2024 και τα αισιόδοξα νέα από τη Moody’s για τα επιτόκια

Οι ελληνικές τράπεζες δρέπουν τους καρπούς των ισχυρών μετασχηματισμών των ισολογισμών τα τελευταία τέσσερα χρόνια, τονίζει ο οίκος S&P Global Rating, στην τελευταία ανάλυσή του για το outlook του 2024, έχοντας πολλά υποσχόμενες εξελίξεις μπροστά τους.

Η πρώτη είναι ότι μπορεί να επιστρέψουν στην πληρωμή μερισμάτων, για πρώτη φορά μετά το 2009 και η δεύτερη ότι οι δείκτες των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα υποχωρήσουν κάτω από το 5% έως το 2025.

Σύμφωνα με τον S&P Global Rating o δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) σε επίπεδο συστήματος θα διαμορφωθεί στο 4%-6% το 2024.

Οι κίνδυνοι χρηματοδότησης έχουν μειωθεί, καθώς οι τράπεζες αποπληρώνουν μεγάλο μέρος του στοχευμένου δανεισμού τους από πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης και η έκδοση μακροπρόθεσμου χρέους στο εξωτερικό αποκτά δυναμική.

Ωστόσο, ο οίκος αφήνει και μια αιχμή για την ποιότητα των κεφαλαίων τους. «Η ποιότητα κεφαλαίου εξακολουθεί να είναι αδύναμη και οι προοπτικές βελτίωσης παραμένουν χαμηλές, περιορίζοντας τις αξιολογήσεις των ελληνικών τραπεζών. Οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αποτελούν πάνω από το 65% της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών και αποσβένονται σε μικρά ποσά», αναφέρει ο οίκος, υπονοώντας έτσι προφανώς τις προθέσεις του για τις αξιολογήσεις του κλάδου.

************

Πρόσθετα φορολογικά έσοδα ύψους 1,632 δις. ευρώ σε σχέση με το 2023 προβλέπει ο προϋπολογισμός του 2024, κυρίως λόγω της προβλεπόμενης μεγέθυνσης της οικονομίας όπως αντικατοπτρίζεται στις μακροοικονομικές προβλέψεις.

Τα έσοδα από φόρους αναμένεται να ανέλθουν σε 62,960 δις. ευρώ, με το 38,7% να προέρχονται από το ΦΠΑ, τα έσοδα του οποίου αναμένεται να είναι αυξημένα κατά 1,161 δις. ευρώ σε σχέση με το 2023.

Τα έσοδα από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων αναμένεται να φθάσουν 13,337 δις. ευρώ αυξημένα κατά 959 εκατ. ευρώ έναντι του 2023, λόγω του νέου τρόπου φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών.

Συνολικά, τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού, σε δημοσιονομική βάση, μετά την αφαίρεση των επιστροφών φόρων, προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 68,379 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,183 δισ. ευρώ ή 4,9% έναντι του 2023.

Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας αποδίδει την αύξηση των φορολογικών εσόδων στην μεγέθυνση της οικονομίας.

************

Αποπληθωριστικές πιέσεις εντοπίζει η Moody’s και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με αποτέλεσμα να εκφράζει την άποψη ότι τόσο η Federal Reserve όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο αύξησης των επιτοκίων. Εφόσον τα στοιχεία των επόμενων 5-6 μηνών επιβεβαιώσουν ότι ο πληθωρισμός βρίσκεται σε τροχιά προς τον στόχο του 2%, οι κεντρικές τράπεζες θα αρχίσουν σταδιακά να μειώνουν το κόστος δανεισμού, από το δεύτερο τρίμηνο του 2024, προβλέπουν οι αναλυτές του οίκου αξιολόγησης.

Ειδικότερα, στις ΗΠΑ, τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι ο πληθωρισμός ήταν αμετάβλητος τον Οκτώβριο –για πρώτη φορά από τον Ιούλιο του 2022- με τη Moody’s να διαπιστώνει ένα αποπληθωριστικό momentum με ευρεία βάση.

Αντίστοιχα, στην Ευρώπη, οι αποπληθωριστικές πιέσεις οφείλονται κυρίως στη μείωση τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός να επιβραδύνεται τον Οκτώβριο στο 2,9%, στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Ιούλιο του 2021.

Στο πλαίσιο αυτό, η Moody’s πιστεύει ότι η τρέχουσα νομισματική πολιτική τόσο της Fed όσο και της ΕΚΤ είναι κατάλληλη, με δεδομένες τις οικονομικές συνθήκες. Οι σφικτές νομισματικές και χρηματοοικονομικές συνθήκες θα συνεχίσουν να πιέζουν την ανάπτυξη και να μειώνουν τις πληθωριστικές πιέσεις τους επόμενους μήνες.

Η Moody’s σημειώνει ότι εφόσον οι οικονομικές συνθήκες εξελιχθούν όπως περιμένει, η πρώτη μείωση των επιτοκίων από τη Fed θα σημειωθεί γύρω στα τέλη του δεύτερου τριμήνου του 2024. Ο οίκος περιμένει ότι τα επιτόκια της Fed θα κλείσουν το 2024 στο 4,25%-4,50% και το 2025 στο 2,75%-3,00%.

Η πρώτη μείωση επιτοκίων της ΕΚΤ αναμένεται να έρθει πριν από την αντίστοιχη κίνηση της Fed, καθώς η Mοody’s περιμένει ότι η Christine Lagarde θα μειώσει το κόστος χρήματος στο 3,25% έως τα τέλη του 2024 και στο 2,25% έως τα τέλη του 2025.