Alpha Bank: Σημαντική η συμβολή εξαγωγών και κατανάλωσης – Αναμένεται αύξηση των επενδύσεων

Τα επόμενα έτη αναμένεται μία ανασύνθεση του μίγματος της οικονομικής μεγέθυνσης στην Ελλάδα.
Η συμβολή των καθαρών εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί μεν σε θετικό έδαφος, αλλά παράλληλα αναμένεται ότι θα υπάρξει αξιοσημείωτη ισχυροποίηση της επενδυτικής δραστηριότητας, η οποία δύναται να λειτουργήσει υποστηρικτικά αφενός στη δημιουργία θέσεων εργασίας και αφετέρου στην αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας σε κλάδους που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, αναφέρει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο της.

Παράγοντες καθοριστικής σημασίας για την ανωτέρω εξέλιξη είναι οι εξής.

Πρώτον, η βελτίωση της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών μέσω της εξυγίανσης των ισολογισμών τους και η αύξηση της ροπής προς αποταμίευση, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.
Δεύτερον, η προσέλκυση περισσότερων Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, γεγονός που ενισχύεται από τη θεαματική βελτίωση του αξιόχρεου της χώρας και την άνοδο των δεικτών επιχειρηματικού κλίματος.
Τρίτον, η αναβάθμιση της επιχειρηματικότητας, τόσο της καθιερωμένης, δηλαδή εκείνης που κατάφερε να επιβιώσει κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όσο και της νεοφυούς, τα χαρακτηριστικά της οποίας επιχειρούμε να αναλύσουμε στις επόμενες παραγράφους.
Το πιο σημαντικό στοιχείο για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στη χώρα μας είναι η διαμόρφωση αφενός του επιχειρηματικού και αφετέρου του κοινωνικού περιβάλλοντος που να την ευνοεί.
Αναφορικά με το πρώτο, η βελτίωση των περισσοτέρων υποδεικτών του δείκτη ”Ease of Doing Business”, κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων προσαρμογής, αποτυπώνει ουσιαστικά και τη βελτίωση στις συνθήκες έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας στη χώρα μας, ενώ ο νέος αναπτυξιακός νόμος, σύμφωνα με μελέτη της ΤτΕ που συμπεριλαμβάνεται στην ενδιάμεση έκθεση της Νομισματικής Πολιτικής που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, προσδίδει ευελιξία στον προσδιορισμό του κόστους εργασίας των επιχειρήσεων, αυξάνει την παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής και ενισχύει τον ανταγωνισμό στην αγορά προϊόντων.

Παρά ταύτα, αρκετές παρεμβάσεις απαιτούνται ακόμη για την άνοδο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και τη μείωση των κινδύνων που σχετίζονται με την επιχειρηματική δράση, όπως ο περιορισμός του χρόνου απονομής δικαιοσύνης, αποτελεσματικής εκτέλεσης συμβάσεων και επίλυσης διενέξεων.
Όσον αφορά στο κοινωνικό περιβάλλον έναντι της επιχειρηματικότητας, φαίνεται ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα στη φάση ανάκαμψης που διανύει πλέον η ελληνική οικονομία. Καθώς η αντίληψη που έχει η κοινωνία απέναντι στην επιχειρηματικότητα βελτιώνεται, μπορεί να επηρεάσει ευνοϊκά τις αποφάσεις των ατόμων για ανάληψη νέων επιχειρηματικών εγχειρημάτων.
Στο Γράφημα 1 απεικονίζεται ένας Σύνθετος Δείκτης Κοινωνικής Αποδοχής της Επιχειρηματικότητας, ο οποίος έχει προκύψει ως ο αστάθμητος μέσος όρος των θετικών απαντήσεων (δείγμα πληθυσμού 18-64 ετών), σε τρία ερωτήματα της «Ετήσιας έρευνας επιχειρηματικότητας 2018-2019» που δημοσίευσε πρόσφατα το ΙΟΒΕ, στο πλαίσιο συμμετοχής του στο διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα Global Entrepreneurship Monitor (GEM): (α) αν η επιχειρηματικότητα αντιμετωπίζεται από την ελληνική κοινωνία ως μια καλή επιλογή σταδιοδρομίας, (β) αν η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει τους επιχειρηματίες με σεβασμό και (γ) αν τα ΜΜΕ της χώρας παρουσιάζουν συχνά επιτυχημένες ιστορίες επιχειρηματιών και επιχειρηματικότητας.
Ως έτος βάσης υπολογίζεται το 2003, το πρώτο δηλαδή έτος της χρονοσειράς.
Επιπλέον, στο γράφημα αντιπαραβάλλονται οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το διάστημα 2003-2018 από τον Ιδιωτικό Τομέα της οικονομίας.
Όπως παρατηρείται, ο σύνθετος δείκτης είχε διαμορφωθεί στο ανώτατο σημείο το 2008 με τη μεγαλύτερη αύξηση της περιόδου εκείνης να καταγράφεται στο πεδίο της προβολής της επιχειρηματικότητας από τα ΜΜΕ, καθώς το ποσοστό του πληθυσμού που απάντησε θετικά στην εν λόγω ερώτηση ανήλθε σε 55,4% το 2008, έναντι 39,5% το 2003.

Παράλληλα, οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα, κατά το ίδιο διάστημα, ήταν συνολικά 93 χιλ., σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 3%. Από το 2009, ο δείκτης επιχειρηματικής αποδοχής σημείωσε πτώση, φθάνοντας σταδιακά στο χαμηλότερο επίπεδο της περιόδου, το 2013 (89,3 μονάδες).
Το ποσοστό του πληθυσμού που θεωρούσε την επιχειρηματικότητα ως καλή επιλογή σταδιοδρομίας διαμορφώθηκε σε 60,1%, από 75,4% το 2008, ενώ ο δείκτης «κοινωνική καταξίωση και σεβασμός στους επιτυχημένους επιχειρηματίες», μειώθηκε στο 65,1% το 2013, από 77,7% το 2008.
Οι θέσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα μειώθηκαν δραματικά την πενταετία 2008-2013, κατά 947 χιλ., ενώ το 2013 ήταν το έτος που καταγράφηκε το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας της περιόδου 2003-2018 (27,5% κατά μέσο όρο).
Τέλος, την πενταετία 2013 – 2018, ο δείκτης επιχειρηματικής αποδοχής ανέκαμψε, υπερβαίνοντας το 2018 το επίπεδο των 100 μονάδων, δηλαδή την επίδοση του 2003. Επιπλέον, ο ιδιωτικός τομέας ανέκτησε το 1/4 των θέσεων εργασίας που είχε απωλέσει την προηγούμενη πενταετία, καθώς η απασχόληση αυξήθηκε κατά 230 χιλ. εργαζόμενους.
Παρά την οριακή αλλά σταθερή βελτίωση που καταγράφει η κοινωνική καταξίωση και ο σεβασμός προς τους επιτυχημένους επιχειρηματίες στην Ελλάδα, η προβολή της επιχειρηματικότητας στα ΜΜΕ υστερεί συγκριτικά με άλλες ομοειδείς χώρες καθώς περίπου οι μισοί ερωτηθέντες απάντησαν θετικά (50,2%), ενώ το μέσο ποσοστό της ομάδας ομοειδών χωρών(*) διαμορφώθηκε σε 60,6%.
Δεδομένης της βελτίωσης του επιχειρηματικού και κοινωνικού περιβάλλοντος, τι είναι αυτό που μπορεί να επηρεάζει την ανάληψη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών;
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθούν ορισμένα ευρήματα της έρευνας ΙΟΒΕ-GEM σε ό,τι αφορά τους προσωπικούς παράγοντες που επηρεάζουν την επιχειρηματικότητα αρχικών σταδίων.
Παρά το γεγονός ότι υπάρχει εμπιστοσύνη στην ποιότητα του ανθρώπινου επιχειρηματικού κεφαλαίου, η πολυετής ύφεση έχει αφήσει ένα ισχυρό αρνητικό αποτύπωμα στην ψυχολογία όσων ενδιαφέρονται να εμπλακούν στην επιχειρηματική δράση.
Συγκεκριμένα, αν και το 46,4% των ερωτηθέντων απάντησε το 2018 ότι διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις, την εμπειρία και την ικανότητα να ξεκινήσει μία νέα επιχείρηση, έναντι μόλις 38,3% στη Γερμανία, το 68,5% δήλωσε ότι ο φόβος της αποτυχίας θα μπορούσε να αποτρέψει ένα νέο επιχειρηματικό εγχείρημα.
Το ποσοστό αυτό, ήταν το μεγαλύτερο που σημειώθηκε σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που περιλαμβάνονται στην έρευνα, ενώ ο μέσος όρος της ομάδας ομοειδών χωρών ανήλθε σε 40,4%.
Επίσης, ένα σημαντικό ερώτημα είναι το κατά πόσο ενισχύεται η δυναμική της νεοφυούς επιχειρηματικότητας στο υπό διαμόρφωση περιβάλλον.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με την έρευνα ΙΟΒΕ-GEM, που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα αναφέρονται στο 2018 και ως εκ τούτου δεν περιλαμβάνουν την εικόνα της τρέχουσας δυναμικής.
Ωστόσο, δίδουν τη δυνατότητα άντλησης σημαντικών συμπερασμάτων.
Συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που εντάχθηκε σε αρχικό στάδιο επιχειρηματικής δραστηριότητας (Total Early-Stage Entrepreneurship activity – TEA) το 2018, ανήλθε σε 6,4%, προσεγγίζοντας το μέσο όρο των ετών 2003-2018 (Γράφημα 2).
Με βάση τα ιστορικά στοιχεία της έρευνας, η οποία διεξάγεται τα τελευταία 16 χρόνια, το 2008 ένας στους δέκα ξεκινούσε νέα επιχειρηματική δραστηριότητα (9,9%), ενώ δύο χρόνια αργότερα, στις αρχές της οικονομικής κρίσης, το αντίστοιχο ποσοστό μειώθηκε σχεδόν στο μισό (5,3%).
Επιπλέον, όπως παρατηρείται στο γράφημα, το εν λόγω ποσοστό αν και διαχρονικά παρουσιάζει σημαντική διακύμανση, από το 2015 έως και το 2017 ακολούθησε σταθερά πτωτική πορεία, η οποία ήταν απόρροια όχι μόνο της παρατεταμένης περιόδου ύφεσης, αλλά και της φορολογικής επιβάρυνσης στην αυτοαπασχόληση, που αυξήθηκε κατά το διάστημα αυτό.

Αν και η πτωτική πορεία της επιχειρηματικότητας αρχικών σταδίων ανακόπηκε το 2018, ο σχετικός δείκτης ΤΕΑ  παραμένει χαμηλά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες που περιλαμβάνονται στην έρευνα (9η θέση από 49 χώρες).
Τέλος, το ποσοστό του πληθυσμού που ξεκίνησε νέα επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα το 2018, υπολείπεται του αντίστοιχου ποσοστού της ομάδας χωρών με ομοειδή χαρακτηριστικά, το οποίο ανήλθε σε 10,1%.
Σε ό,τι αφορά τον κλαδικό προσανατολισμό της επιχειρηματικότητας αρχικών σταδίων, όπως παρατηρείται στο Γράφημα 3, ένα στα τέσσερα επιχειρηματικά εγχειρήματα, αφορούσαν το 2018 στη μεταποιητική δραστηριότητα.
Το γεγονός αυτό συνάδει με την ανοδική πορεία του κλάδου της μεταποίησης τα τελευταία χρόνια, η οποία αντανακλάται τόσο στο δείκτη μεταποιητικής παραγωγής (+2.3%, τους πρώτους δέκα μήνες του 2019), όσο και στο δείκτη προσδοκιών, των Υπευθύνων Προμηθειών του κλάδου (PMI: 54,1 μονάδες το Νοέμβριο 2019).
Το εν λόγω ποσοστό είναι το υψηλότερο, τόσο σε σύγκριση με της υπόλοιπες χώρες που απεικονίζονται στο γράφημα, όσο και με το μέσο όρο της ομάδας των ομοειδών χωρών.
Επιπλέον, συγκριτικά υψηλό ποσοστό εγχειρημάτων σημειώθηκε το 2018 στον πρωτογενή τομέα.
Το εν λόγω ποσοστό μάλιστα έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2017 (4,0%), ενώ είναι το δεύτερο μεγαλύτερο μεταξύ των χωρών που απεικονίζονται στο γράφημα, μετά την Ιταλία, χώρα με σημαντική αγροτική παραγωγή.
Η πλειοψηφία των νέων εγχειρημάτων σχετίζεται με προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή.
Το 2018 το ποσοστό αυτό ήταν το υψηλότερο που παρατηρήθηκε μεταξύ των επιλεγμένων χωρών και ανήλθε σε 54,7%.
Από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται, ότι το εμπόριο και ειδικότερα το λιανικό αποτελεί το επίκεντρο ενδιαφέροντος των νέων και εν δυνάμει επιχειρηματιών, πιθανότατα διότι απαιτεί συγκριτικά μικρότερου ύψους κεφαλαιουχικές επενδύσεις.
Τέλος, οι νέες επιχειρήσεις ή τα νέα επιχειρηματικά σχέδια υπό υλοποίηση, που αφορούν την παροχή υπηρεσιών προς άλλες επιχειρήσεις, αποτελούν μόλις το 12,5% του συνόλου.
Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα χαμηλό σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες που απεικονίζονται στο γράφημα.

Κλαδική Συμβολή του επιχειρηματικού τομέα σε Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία και Απασχόληση το πρώτο εννεάμηνο του 2019

Κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2019, ο κλάδος των κατασκευών κατέγραψε ετήσια αύξηση ύψους 28,2%, συμβάλλοντας στην αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ), κατά 0,8 εκατοστιαίες μονάδες (Γράφημα 4).
Το γεγονός ότι οι κατασκευές σημείωσαν άνοδο για όγδοο συνεχόμενο τρίμηνο είναι ιδιαίτερα θετικό, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, ο εν λόγω κλάδος είχε υποστεί τη μεγαλύτερη ύφεση.
Η ανοδική πορεία του κλάδου των κατασκευών αντανακλάται ήδη στις τιμές των ακινήτων, τόσο των κατοικιών (+7,4% το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2019), όσο και των γραφείων και καταστημάτων (+5,4% και +7,3% το πρώτο εξάμηνο του 2019), αλλά και στον όγκο της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας, ο οποίος τους πρώτους εννέα μήνες του έτους σημείωσε ετήσια αύξηση της τάξης του 9,7% (βλ. τμήμα Οικονομικής Συγκυρίας παρόντος Δελτίου).
Επιπλέον, ο κλάδος που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης και το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, ο οποίος συμμετέχει κατά περίπου 23% στη διαμόρφωση της ΑΠΑ, σημείωσε αύξηση κατά 3,5%, κυρίως λόγω των καλών επιδόσεων του τουρισμού.
Η συμβολή του εν λόγω κλάδου στην αύξηση της ΑΠΑ ανήλθε κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2019, σε 0,8 εκατοστιαίες μονάδες.
Σύμφωνα άλλωστε με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο ίδιο διάστημα, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου αυξήθηκε κατά 12,2%.
Από τους υπόλοιπους κλάδους, όπως φαίνεται στο γράφημα, θετική συμβολή είχαν οι επαγγελματικές, επιστημονικές, τεχνικές και διοικητικές δραστηριότητες (+0,2 εκατ. μονάδες) και οι τέχνες και ψυχαγωγία (0,1 εκατ. μονάδες), ενώ αρνητική συνεισφορά είχαν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (-0,3 εκατ. μονάδες), το δημόσιο (-0,1 εκατ. μονάδες) και η γεωργία, δασοκομία και αλιεία (-0,1 εκατ. μονάδες).
Αναφορικά με την απασχόληση, οι κλάδοι που συνέβαλαν πρωτίστως στην αύξηση των θέσεων εργασίας το πρώτο εννεάμηνο του έτους, ήταν η μεταποίηση (+18,1 χιλ. εργαζόμενοι), ο τουρισμός και οι υπηρεσίες εστίασης (+19,6 χιλ.) και η μεταφορά και αποθήκευση (+19 χιλ.), ενώ σημαντική ήταν και η συμβολή της εκπαίδευσης (+20,1 χιλ.) και της δημόσιας διοίκησης και άμυνας (+11,2 χιλ.).


Αντίθετα, καταγράφηκαν απώλειες της τάξης των 13,6 χιλιάδων εργαζομένων στη γεωργία-δασοκομία-αλιεία, 3,1 χιλ. στις κατασκευές, 3,3 χιλ. στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες και 2,2 χιλ. στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο.