Γιάννης Στουρνάρας: Ερχεται μια δεκαετία υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης

Ιδιαίτερα αισόδοξος για την πορεία της ελληνικής οικονομίας εμφανίστηκε ο Γιάννης Στουρνάρας σε συνέντευξη που προβλήθηκε σε εκδήλωση «Για την Ελλάδα του ’21», του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ.

«Τα επόμενα χρόνια και με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά κυρίως με τις δικές μας προσπάθειες και τις διαρθρωτικές αλλαγές θα μπορούμε να έχουμε μια δεκαετία σχετικά υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης», τόνισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.

Αν οι ρυθμοί αυτοί διαχυθούν σε όλη την οικονομία και την κοινωνία πιστεύω ότι η απισιοδοξία που εκφράζεται και δικαιολογημένα ίσως, από τους πολίτες, θα ξεπεραστεί».

«Αν οι ρυθμοί αυτοί διαχυθούν σε όλη την οικονομία και την κοινωνία πιστεύω ότι αυτό το πρόβλημα που εκφράζεται, δικαιολογημένα ίσως, από τους πολίτες, θα ξεπεραστεί», συμπλήρωσε ο κεντρικός τραπεζίτης.

Στην εκδήλωση παρουσιάστηκαν τρεις επιστημονικά καινοτόμες έρευνες του καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και επιστημονικού συνεργάτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε ότι τα αποτελέσματα των ερευνών του Νίκου Παναγιωτόπουλου δείχνουν ότι «οι πολίτες επιθυμούν την υπέρβαση των δύο κυρίαρχων τρόπων άσκησης της πολιτικής, δηλαδή τόσο της ακραιφνούς τεχνοκρατικής που ισχυρίζεται ότι απεργάζεται την ευτυχία των ανθρώπων χωρίς τους ίδιους, όσο και της δημαγωγικής – λαϊκιστικής αδιαφορίας. Τα συμπεράσματα αυτά το πολιτικό σύστημα οφείλει να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του», πρότεινε ο κ. Στουρνάρας.

Και συνέχισε: «Η οικονομική και κοινωνική πολιτική που ακολουθήθηκε στη ζώνη του ευρώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας, παρέχει στοιχεία αισιοδοξίας και διαφοροποιεί τη σημερινή προσέγγιση από αυτήν κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης του 2010: η συνεργασία στον επιστημονικό τομέα και τη δημόσια υγεία, η κοινή δράση στους τομείς της δημοσιονομικής πολιτικής – βλέπε, Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης – και της νομισματικής πολιτικής, με την αγορά των ομολόγων όλων των χωρών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χωρίς εξαιρέσεις, θέτουν τις βάσεις για μια νέα, περισσότερο συλλογική ευρωπαϊκή κοινή προσπάθεια στους τομείς της δημόσιας υγείας, της οικονομίας και της κοινωνίας στη ζώνη του ευρώ».