Στουρνάρας: Οι προκλήσεις για το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα – Δεν έφταιγαν οι τράπεζες για την κρίση

Οι προκλήσεις και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο ελληνικός τραπεζικός τομέας κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 ετών ήταν χωρίς προηγούμενο και διαμόρφωσαν, ιδιαίτερα κατά το διάστημα 2010-15, συνθήκες διαταραχής της  χρηματοπιστωτικής σταθερότητας επεσήμανε ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας κατά την ομιλά του στη Διαρκή  Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής σχετικά με τις εξελίξεις και τις προοπτικές του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.

Η επιδείνωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών, η δραματική μείωση της ρευστότητας, ο αποκλεισμός από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και χρήματος και οι περιορισμοί στο καθεστώς κίνησης κεφαλαίων (για περίοδο τεσσάρων ετών περίπου) αποτέλεσαν, μεταξύ άλλων, τα κύρια ζητήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν κυρίως οι Ελληνικές Αρχές και ειδικότερα η Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς θεσμοί και κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ.

Ως γνωστόν, κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν αντιμετώπισε μόνο η Ελλάδα. Από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας μέχρι τις μέρες μας, μία σειρά ευρωπαϊκών (και όχι μόνο) χωρών βίωσαν συνθήκες χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Είναι επίσης ευρέως αποδεκτό ότι σε αντίθεση με την εμπειρία άλλων χωρών (π.χ. Ιρλανδία, Κύπρος, Ισπανία), στη χώρα μας ο τραπεζικός κλάδος δεν ήταν το αίτιο της κρίσης.

Η τοποθέτησή μου παρουσιάζει τους κύριους λόγους για τους οποίους οι ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών που έγιναν κατά την περίοδο της κρίσης ήταν αναγκαίες, αλλά και τις σημαντικές ωφέλειες που έχουν προκύψει από την ολοκλήρωσή τους, τόσο για την πραγματική οικονομία όσο και για τις τράπεζες. Η πλήρης προστασία των καταθέσεων, ασχέτως εάν ανήκουν σε νοικοκυριά ή επιχειρήσεις, η σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας, η ενίσχυση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, η διαμόρφωση συνθηκών επανόδου των ελληνικών τραπεζών στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και χρήματος και η σημαντική συγκράτηση της απομόχλευσης των τραπεζικών χορηγήσεων αποτέλεσαν, και αποτελούν, τις κυριότερες επιδιώξεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε όλους αυτούς τους τομείς, τα οφέλη υπήρξαν ορατά και σημαντικά.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων αρκετών ετών, έχει διαμορφωθεί μία αρνητική κριτική, η οποία συστηματικά αποσιωπά τα θετικά σημεία των προσπαθειών αναδιάταξης του τραπεζικού τοπίου και λειτουργεί αντίθετα προς τις αναγκαίες συνθήκες πλήρους αποκατάστασης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Εκτιμώ ότι η σημερινή συζήτηση συμβάλει θετικά στο δημόσιο διάλογο, και θα καταστήσει σαφή τα οφέλη από τις μέχρι στιγμής ολοκληρωθείσες ενέργειες στην ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών καθώς και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος στις μέρες μας.

Η αποτίμηση της εξέλιξης των διαφόρων φάσεων ανακεφαλαιοποίησης προϋποθέτει την απάντηση σε μια σειρά ερωτημάτων:

  • Ποιά ήταν τα γενεσιουργά αίτια για τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που ολοκληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 2013-2015;
  • Τί οδήγησε στην υλοποίηση τριών διαδοχικών φάσεων ανακεφαλαιοποίησης;
  • Πώς προσδιορίζονται τα οφέλη από τις συντελεσθείσες ενέργειες;
  • Πώς επηρεάσθηκε η πραγματική οικονομία και πως αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο συρρίκνωσης του συνόλου της χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά;
  • Ποιές είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στις μέρες μας;

Ιδιαίτερη σημασία έχει φυσικά και το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι Ελληνικές Αρχές προχώρησαν σε ουσιαστικές παρεμβάσεις για το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την εξυγίανση του ιδιωτικού χρέους: δημιουργία και ανάπτυξη δευτερογενούς αγοράς δανείων, ενιαίο πτωχευτικό πλαίσιο και υποδομές ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, αποτελούν μερικές από τις πολλές πρωτοβουλίες που έγιναν με γνώμονα την αναδιάρθρωση και εκκαθάριση δανείων σε καθυστέρηση.

  1. Αίτια για τις Φάσεις Ανακεφαλαιοποίησης στην περίοδο 2013-2015

Στα τέλη του 2009, το σύνολο των ελληνικών τραπεζών εμφάνιζε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη:

  • Ο μέσος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ήταν 12%.
  • Ο συνολικός δείκτης δανείων προς καταθέσεις (Loans/Deposits ratio) ήταν 104%
  • Ο βαθμός μόχλευσης ήταν 97,4%, ποσοστό χαμηλό ιδιαίτερα εάν συγκριθεί με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ιρλανδία 220%, Ισπανία 203%, Πορτογαλία 174%, Γαλλία και Γερμανία 109%).
  • Το καθαρό εισόδημα επιτοκίου προς το σταθμισμένο για κινδύνους ενεργητικό (Net Interest Income to RWAs) ήταν 4,4%.
  • Οι τράπεζες (με εξαίρεση ορισμένα ιδρύματα υπό κρατικό έλεγχο) είχαν μηδενική έκθεση σε τοξικά επενδυτικά προϊόντα και η κρίση των λεγόμενων subprime προϊόντων είχε ελάχιστη επίδραση στους ισολογισμούς τους.

Οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών στην Ελλάδα προέκυψαν από άλλους παράγοντες, που σχετίζονταν με τις ήδη αυξανόμενες από πριν ανισορροπίες, δηλαδή τα μεγάλα δίδυμα ελλείμματα, την αύξηση δημοσίου χρέους και την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας. Συγκεκριμένα, από τα τέλη του 2009 και αργότερα, οι τράπεζες αντιμετώπισαν μία σειρά από ιδιαίτερα αρνητικές επιδράσεις :

  • Αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας (credit ratings) από διεθνείς οργανισμούς
  • Μαζική εκροή καταθέσεων (37% κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2009-Ιουνίου 2012, €87 δισεκατομμύρια συνολικά, και 27% κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2014-Ιουλίου 2015, €44 δισεκατομμύρια συνολικά)
  • Αποκλεισμό πρόσβασης σε αγορές κεφαλαίου και χρήματος με ταυτόχρονη υποχρέωση αποπληρωμής υποχρεώσεων άνω των €40 δισεκατομμυρίων
  • Ζημίες €40 δισεκατομμυρίων περίπου από το πρόγραμμα ανταλλαγής κρατικών ομολόγων (PSI)
  • Άνευ προηγουμένου αύξηση σχηματισμού προβλέψεων από την διαρκώς επιδεινούμενη ποιότητα δανείων και περιουσιακών στοιχείων (ο δείκτης καθυστερήσεων ανέβηκε από το 5% στα τέλη του 2008 στο 21,5% στα μέσα του 2012, στο 35% περίπου στα τέλη του 2014 και άνω του 40% στις αρχές του 2016).

Σε αυτό το δεδομένο πλαίσιο, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Κυβέρνηση προέβησαν σε σειρά ενεργειών που αποσκοπούσαν στην θωράκιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της ασφάλειας των καταθέσεων. Μεταξύ των ενεργειών αυτών, κρίσιμη σημασία είχαν:

  • η κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών ρευστότητας των τραπεζών, με την παροχή δυνατότητας προσφυγής στο μηχανισμό έκτακτης χρηματοδότησης (“emergency liquidity assistance – ELA”),
  • η διασφάλιση της επάρκειας των “Χρηματοδοτικών Πόρων” (Financial Envelope), δηλαδή των δημόσιων πόρων που προορίζονται για την κάλυψη της απαιτούμενης ανακεφαλαιοποίησης και του κόστους αναδιάταξης του ελληνικού τραπεζικού τομέα, που ειδικότερα για την περίοδο 2012-2014 είχε εκτιμηθεί σε €50 δισεκατομμύρια και στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουλίου 2015 σε €10-€25 δισεκατομμύρια.
  • η εξυγίανση αδύναμων τραπεζών, βάσει ενός διευρυμένου νομικού πλαισίου,
  • η απαίτηση από όλες τις ελληνικές τράπεζες να αυξήσουν την κεφαλαιακή τους βάση σε ένα συντηρητικά εκτιμημένο επαρκές επίπεδο.

 

Το κύριο γενεσιουργό αίτιο των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών ήταν οι ζημίες στα χαρτοφυλάκια δανείων. Αναμφισβήτητα, οι ζημίες από το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (PSI) αποτέλεσαν κύριο προσδιοριστικό παράγοντα κατά την περίοδο 2012-13, όμως οι ζημίες αυτές δεν ήταν επαναλαμβανόμενες και καλύφθηκαν πλήρως. Κατά συνέπεια, δυνητικές ζημίες ήταν δυνατόν να προκύψουν κατά κύριο λόγο από αρνητικές μεταβολές στην αξία των δανείων. Η αξία των δανείων με τη σειρά της εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες:

  • Την πιθανότητα αθέτησης (probability of default), που είναι αρνητικά συσχετισμένη με το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας (ιδιαίτερα δε τις αρνητικές μεταβολές του ΑΕΠ και του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος), και
  • Την αξία ανάκτησης καλυμμάτων (recovery rate) που είναι επίσης συσχετισμένη με το δείκτη αξίας ακινήτων και τις τιμές εμπράγματων εξασφαλίσεων.

Οι παράγοντες αυτοί άσκησαν ισχυρές πιέσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή βάση των ελληνικών τραπεζών, απειλώντας τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής οι ελληνικές τράπεζες είχαν σχηματίσει υψηλές προβλέψεις έναντι επισφαλών απαιτήσεων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις διαρκώς διευρυνόμενες ζημίες από τα δανειακά χαρτοφυλάκια. Ειδικότερα στην τριετία 2013-2015, οι προβλέψεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών σε ετήσια βάση κυμαινόταν συνήθως από 2,5% έως 6% της ονομαστικής αξίας του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων, με αποτέλεσμα οι ζημίες αυτές να διαβρώνουν την κεφαλαιακή τους βάση.

Η προσαρμογή των εποπτικών κεφαλαίων (μέσω των διαδικασιών ανακεφαλαιοποίησης) διατήρησε τους σχετικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας σε επίπεδο υψηλότερο του ελάχιστου αποδεκτού, και κατά συνέπεια ικανοποιούσε τους όρους και προϋποθέσεις για παροχή ρευστότητας από το Ευρωσύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο παροχής ρευστότητας, επιτεύχθηκε, παρά τις γενικότερες οικονομικές δυσκολίες, η διατήρηση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας όλα αυτά τα χρόνια.

Η ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού τομέα αποτελεί, ως διαδοχική σειρά ασκήσεων αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, μία από τις κυριότερες τομές που πραγματοποιήθηκαν στην ελληνική οικονομία από τις αρχές της κρίσης έως τις μέρες μας. Η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών επέτρεψε:

  • Την αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα μέσω απάλειψης πλεονάζοντος δυναμικού των τραπεζικών δικτύων
  • Τον περιορισμό της συμμετοχής του δημόσιου τομέα
  • Τη διατήρηση και ενδυνάμωση του εταιρικού ελέγχου μέσω της συμμετοχής ιδιωτών

Η αναδιάταξη του τραπεζικού χώρου δεν περιορίσθηκε μόνο στην ανακεφαλαιοποίηση συστημικών και μη τραπεζών η στην εξυγίανση επτά εμπορικών[1] και άλλων επτά συνεταιριστικών τραπεζών[2]. Ένα επιπρόσθετο ζήτημα που αντιμετωπίσθηκε ήταν αυτό της ομαλής εξόδου από την εγχώρια αγορά των ξένων τραπεζών ως αποτέλεσμα της κρίσης. Στο διάστημα 2012-13 έξι συνολικά τράπεζες (Credit Agricole, Société Générale, Millennium, Τράπεζα Κύπρου, Λαϊκή Marfin, Ελληνική Τράπεζα) απεσύρθησαν. Από τις περιπτώσεις αυτές ιδιαίτερης σημασίας ήταν οι χειρισμοί για τις δραστηριότητες των Κυπριακών Τραπεζών στην Ελλάδα.

Μετά την απόφαση που έλαβε στις 15 Μαρτίου 2013 το Eurogroup για την Κύπρο, ο ρόλος της Ελληνικής κυβέρνησης μέσω του Υπουργείου Οικονομικών και της Τράπεζας της Ελλάδος υπήρξε καθοριστικός ως προς τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ελλάδα. Με συντονισμένες ενέργειες, σε συνεργασία με την Κυπριακή κυβέρνηση, την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, το Υπουργείο Οικονομικών και η Τράπεζα της Ελλάδος διασφάλισαν με διαγωνιστική διαδικασία, την ομαλή μεταβίβαση στην Τράπεζα Πειραιώς των λειτουργιών των κυπριακών υποκαταστημάτων στην Ελλάδα. Το εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα της αποκοπής των υποκαταστημάτων από τις κυπριακές τράπεζες και της αναδοχής από την Τράπεζα Πειραιώς στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού τους, ολοκληρώθηκε με επιτυχία σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, επιτρέποντας:

(α) να εξαιρεθούν πλήρως οι καταθέτες στην Ελλάδα από απομείωση της αξίας ή προσωρινή δέσμευση των αποταμιεύσεών τους, κάτι που υπέστησαν οι καταθέτες στην Κύπρο,

(β) να συνεχιστεί ομαλά η εξυπηρέτηση των εν Ελλάδι πελατών των πρώην κυπριακών υποκαταστημάτων και, το σπουδαιότερο,

(γ) να εκμηδενιστεί εν τη γενέσει της οποιαδήποτε πιθανότητα μετάδοσης κραδασμών από το κυπριακό στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Τέλος είναι αναγκαίο να σημειωθεί η στήριξη των τραπεζών σε θέματα ρευστότητας μέσω του Ευρωσυστήματος. Η δυνατότητα χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα χωρίς ποσοτικό περιορισμό, η οποία αποτελεί το βασικότερο μη συμβατικό μέτρο νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, διευκόλυνε σημαντικά τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών. Ωστόσο, το ύψος της χρηματοδότησης την οποία μπορούσαν να αντλήσουν οι ελληνικές τράπεζες προσφεύγοντας στα μέσα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, περιοριζόταν από το ότι η αξία των αποδεκτών εξασφαλίσεων που αυτές διέθεταν απομειωνόταν επί μακρόν λόγω της κρίσης. Άλλωστε, κατά περιόδους, τα κυριότερα εμπορεύσιμα στοιχεία στο χαρτοφυλάκιο των ελληνικών τραπεζών (τα χρεόγραφα του Ελληνικού Δημοσίου) έπαυαν να γίνονται αποδεκτά ως εξασφαλίσεις από το Ευρωσύστημα.

Η χρηματοδότηση αυτή δόθηκε για να αντισταθμιστούν η μείωση και η απόσυρση καταθέσεων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, αλλά και η απομείωση της αξίας του αποδεκτού για πράξεις νομισματικής πολιτικής ενεχύρου, εν μέσω συνθηκών αδυναμίας των τραπεζών να προσφύγουν στις αγορές για την άντληση κεφαλαίων. Το γεγονός ότι η κεντρική τράπεζα στήριξε ευρέως την παροχή ρευστότητας, συνέβαλε στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Συνέβαλε επίσης σε πολύ ηπιότερο ρυθμό περιορισμού της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από εκείνον της συρρίκνωσης της καταθετικής βάσης των τραπεζών. Στο βαθμό αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος συνέβαλε σημαντικά στο μετριασμό των δυσμενών επιπτώσεων της κρίσης χρέους και της δημοσιονομικής προσαρμογής στην οικονομική δραστηριότητα.

 

  1. Υλοποίηση Τριών Διαδοχικών Φάσεων Ανακεφαλαιοποίησης

Συχνά ασκείται κριτική ότι η μία φάση ανακεφαλαιοποίησης διαδέχεται την άλλη σε μια ατέρμονη διαδικασία. Η κριτική αυτή δεν είναι ορθή καθώς δεν λαμβάνει υπόψη ότι η κρίση συνεχίστηκε επί μακρόν, και ως εκ τούτου οι ελληνικές τράπεζες συμμετείχαν σε ασκήσεις  προσομοίωσης (stress tests) και επισκόπησης ποιότητας περιουσιακών στοιχείων (asset quality review) επτά φορές κατά την περίοδο 2010-2018, προκειμένου να διαπιστωθεί η κεφαλαιακή τους επάρκεια:

  1. Πανευρωπαϊκή Άσκηση Προσομοίωσης της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, 2010
  2. Πανευρωπαϊκή Άσκηση Προσομοίωσης της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, 2011
  3. Εκτίμηση Κεφαλαιακών Αναγκών από την Τράπεζα της Ελλάδος, 2012
  4. Εκτίμηση Κεφαλαιακών Αναγκών από την Τράπεζα της Ελλάδος, 2014
  5. Πανευρωπαϊκή Άσκηση Συνολικής Αξιολόγησης από την ΕΚΤ , 2014
  6. Συνολική Αξιολόγηση από την ΕΚΤ, 2015
  7. Πανευρωπαϊκή Άσκηση Προσομοίωσης της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, 2018

Από τις 7 συνολικά ασκήσεις που ολοκληρώθηκαν σε διάστημα 8 ετών, μόνον οι τρεις κατέληξαν σε διαπίστωση ελλείμματος εποπτικού κεφαλαίου και  μόνον σε δύο περιπτώσεις κατέστη αναγκαία η κρατική ενίσχυση από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Πανευρωπαϊκής Άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης της ΕΚΤ το 2014, αλλά και αυτά των stress tests του 2018, οι ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν με περίσσευμα κεφαλαιακής επάρκειας και χωρίς ανάγκες άντλησης εποπτικού κεφαλαίου.

Οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες, όπως προέκυψαν από τις ασκήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος το 2014 και του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας την ΕΚΤ το 2015, σχετίζονται με τις αποκλίσεις των επιδόσεων της πραγματικής οικονομίας σε σχέση με τις προβλέψεις που ίσχυαν κατά τη διάρκεια της υλοποίησης των προηγουμένων ασκήσεων προσομοίωσης. Ειδικότερα:

Κατά την εκτέλεση της άσκησης της εκτίμησης των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών από την Τράπεζα της Ελλάδος το 2012, οι τότε μακροοικονομικές προβλέψεις (διεθνών αρχών και οργανισμών) όπως παραδόθηκαν στο β΄ εξάμηνο του 2011 ήταν σαφώς πιο ήπιες από τις πραγματοποιηθείσες τιμές των αντίστοιχων μεταβλητών, υποεκτιμώντας το βάθος και τις συνέπειες της συνεχιζόμενης ύφεσης της ελληνικής οικονομίας. Στην πράξη, η επιδείνωση των συνθηκών στην ελληνική οικονομία υπερέβη ακόμη και το δυσμενές σενάριο της άσκησης, με αποτέλεσμα οι εκτιμώμενες ζημίες του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών να υπερβούν τους αρχικούς υπολογισμούς. Ειδικότερα είναι χαρακτηριστικό ότι

  1. Η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2011-2013 ήταν 19,6% έναντι αρχικής πρόβλεψης 15% στο βασικό σενάριο και 17,2% στο ακραίο σενάριο
  2. Ο δείκτης ανεργίας εκτιμάτο ότι δεν θα υπερέβαινε το 18% το 2014 σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, ενώ τελικά διαμορφώθηκε σε επίπεδο υψηλότερο του 27% το 2013-14.
  3. Οι τιμές ακινήτων (στις τρεις κύριες κατηγορίες κατοικιών, γραφείων και καταστημάτων) αναμενόταν ότι θα ανέκαμπταν από το 2014 και μετά, γεγονός που επίσης δεν επαληθεύθηκε στην πράξη.

Παρά το γεγονός αυτό, η συντηρητική προσέγγιση της μεθοδολογίας που εφαρμόσθηκε στην άσκηση του 2012, οδήγησε τις τράπεζες σε κεφαλαιακή ενίσχυση που ακόμα και στα τέλη του 2013 διαμόρφωσε απόθεμα εποπτικών κεφαλαίων ύψους €7 δισεκατομμυρίων. Η άσκηση του 2014 επιβεβαίωσε σε σημαντικό βαθμό τις εκτιμήσεις αυτές, καθώς οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες ανήλθαν σε €5,8 δισεκατομμύρια για τις 4 συστημικές τράπεζες, ποσό σχετικά χαμηλό για το βαθμό επιδείνωσης της οικονομίας σε σχέση με τις προβλέψεις του 2011. Άλλωστε είναι γεγονός ότι οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που ακολούθησαν έτυχαν θετικής υποδοχής στις αγορές κεφαλαίου, με συνολικό ποσό άντλησης €8,5 δισεκατομμύρια και σημαντικό βαθμό υπερκάλυψης. Από το ποσό αυτό €2 δισεκατομμύρια περίπου χρησιμοποιήθηκαν από  δύο τράπεζες (Alpha, Πειραιώς) για την αποπληρωμή προνομιούχων μετοχών που έλαβαν στο πλαίσιο των κεφαλαιακών ενισχύσεων του Νόμου 3723/2008.

Το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας σημείωσε, ως γνωστόν, σημαντική επιδείνωση από το 4ο τρίμηνο του 2014 και μετά, με αποτέλεσμα:

  1. Την συνεχιζόμενη επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών
  2. Την αβεβαιότητα σχετικά με την παραμονή η μη της Ελλάδας σε Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής
  3. Τις δραματικές συνθήκες εκροών ρευστότητας και μείωσης της καταθετικής βάσης, με αποτέλεσμα την επιβολή ελέγχων κίνησης κεφαλαίων από τον Ιούλιο του 2015 και μετά.

Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν αναπόφευκτο και αναγκαίο να επανεξετασθεί το ζήτημα των εκτιμώμενων ζημιών των τραπεζών και των νέων κεφαλαιακών αναγκών, γεγονός που ορθώς προβλέφθηκε στη συμφωνία της Συνόδου Κορυφής του Ιουλίου 2015 και στο μεταγενέστερο μνημόνιο συνεργασίας του Αυγούστου 2015. Παρά την πρόβλεψη ποσού έως €25 δισεκατομμύρια στο νέο  πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής για τις ανάγκες των τραπεζών, το τελικώς χρησιμοποιηθέν ποσό (για τις 4 συστημικές τράπεζες) ήταν μόνον €5 δισεκατομμύρια περίπου. Αυτό ήταν γεγονός αξιοσημείωτο,  υπό το πρίσμα της θεαματικής συρρίκνωσης της κεφαλαιοποίησης των τεσσάρων συστημικών τραπεζών: από €37,9 δισεκατομμύρια στα μέσα του 2014 σε μόλις €1,2 δισεκατομμύριο στα τέλη Νοεμβρίου 2015.

Με τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου του 2014-15, ιδιώτες επένδυσαν €14 δισεκατομμύρια περίπου στις 4 συστημικές τράπεζες, ποσά που ήταν επαρκή αφενός για να περάσουν όλες οι τράπεζες τα stress tests της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και αφετέρου να μπορέσουν δύο από αυτές (Alpha, Τράπεζα Πειραιώς) να αποπληρώσουν τις προνομιούχες μετοχές. Καταλήξαμε λοιπόν, να έχουμε ασφαλείς κεφαλαιακά τράπεζες, με την μικρότερη δυνατή επιβάρυνση του έλληνα φορολογούμενου.

Θα ήταν χρήσιμο να σταθεί κανείς στο τελευταίο σημείο, αυτό της διατήρησης του ελέγχου από ιδιώτες επενδυτές. Έχει κατ’ επανάληψη διατυπωθεί ότι οι ιδιώτες κράτησαν τον έλεγχο των τραπεζών με μειοψηφικές συμμετοχές και ότι το ΤΧΣ δεν έχει λόγο στη διοίκηση τους. Όμως το ΤΧΣ έχει λόγο και ρόλο στη στρατηγική των τραπεζών ασχέτως εάν δεν μπορεί να παρεμβαίνει στην καθημερινή διαχείριση τους. Το νέο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί, ενσωματώνει ενισχυμένες δικλείδες ασφαλείας αποσκοπώντας στο να ενισχύσει τις δομές εταιρικής διακυβέρνησης και να αποτρέψει φαινόμενα παρέμβασης που χαρακτήριζαν προηγούμενες δεκαετίες, με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες στις τράπεζες και γενικότερα στην οικονομία. Επίσης πρέπει να τονισθεί ότι οι μετοχές που απέκτησε το ΤΧΣ, μέσω της ανακεφαλαιοποίησης του 2015, έχουν πλήρη δικαιώματα ψήφου και δεν δεσμεύονται από οιανδήποτε συμφωνία επαναγοράς.

Είναι εξίσου χρήσιμο να εξηγηθεί γιατί οι τράπεζες δεν έπρεπε να περάσουν υπό δημόσιο έλεγχο και να παραμείνουν στα χέρια του ιδιωτικού τομέα. Πέραν της όποιας θεωρητικής ή ιδεολογικής προσέγγισης, η ελληνική κοινωνία έχει απτές αποδείξεις της λειτουργίας των τραπεζών υπό κρατικό έλεγχο στη δεκαετία του 1980 αλλά και αργότερα:

  • Περιορισμένη πιστωτική επέκταση και αδυναμία χρηματοδότησης της οικονομίας, αφενός λόγω των διοικητικών περιορισμών και αφετέρου της αδύναμης διοίκησης τότε των περισσοτέρων τραπεζικών ιδρυμάτων.
  • Επιτόκια συχνά υψηλότερα κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του εκάστοτε πληθωρισμού, γεγονός που απέτρεψε για χρόνια την πρόσβαση του ελληνικού νοικοκυριού σε στεγαστικά δάνεια και άλλες μορφές ιδιωτικής χρηματοδότησης.
  • Τεράστιες απώλειες χαρτοφυλακίων που μεταφράστηκαν σε ζημίες και διαγραφές απαιτήσεων που χρειάστηκαν δεκαετίες για να απορροφηθούν.
  • Στρεβλώσεις στην αγορά καθώς υγιείς και ανταγωνιστικές επιχειρήσεις αδυνατούσαν να αντλήσουν χρηματοδότηση.
  • Πολιτικές παρεμβάσεις που στην πράξη υπαγόρευαν όχι μόνο τις στρατηγικές πρωτοβουλίες αλλά ακόμα και την διαχείριση των τραπεζών σε καθημερινή βάση.
  1. Σημερινές προκλήσεις για το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα

Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, το ξέσπασμα της πανδημίας το Μάρτιο του 2020 βρήκε τις ελληνικές τράπεζες σε φάση ανάκαμψης από την προηγούμενη κρίση, έχοντας επιδείξει σημαντική βελτίωση σε αρκετούς τομείς. Ενδεικτικά:

  • Οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια σε επίπεδα άνω του ελάχιστου ορίου, προχωρώντας και σε εκδόσεις τίτλων που προσμετρώνται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια.
  • Σε σχέση με το Μάρτιο του 2016, όπου καταγράφηκαν τα υψηλότερα μεγέθη, έχει επιτευχθεί μείωση κατά 56% στο συνολικό ύψος των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ). Σημαντική ήταν η μείωση στο καταναλωτικό (61%) αλλά και στο επιχειρηματικό (56%) χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά τις πρόσφατες τιτλοποιήσεις βελτιώθηκε και η επίδοση στο στεγαστικό (μείωση 52%).
  • Τα επίπεδα ρευστότητας βελτιώθηκαν σημαντικά, κυρίως λόγω της αύξησης των καταθέσεων. Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις έχουν ανακάμψει κατά €43 δις (+33%) από το ιστορικά χαμηλό (€129,0 δις) του Ιουλίου του 2015 με τις τράπεζες να μηδενίζουν την εξάρτηση από τον έκτακτο μηχανισμό παροχής ρευστότητας (ELA) και να πληρούν τον ελάχιστο εποπτικό δείκτη ρευστότητας

Ταυτόχρονα όμως παρουσίαζαν ασθενέστερα οικονομικά μεγέθη συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές τράπεζες, με την εικόνα αυτή να μην μεταβάλλεται  κατά το υπόλοιπο του προηγούμενου έτους. Συγκεκριμένα, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Δεκεμβρίου 2020:

  • Τα ΜΕΔ ανέρχονται σε σχεδόν 47 δις ευρώ σε ατομική και 58 δις σε ενοποιημένη βάση, με τους δείκτες ΜΕΔ ως ποσοστό των συνολικών δανείων να διαμορφώνονται σε 30,22% και 32,9% αντίστοιχα. Ο μέσος όρος για τα πιστωτικά ιδρύματα της Ε.Ε. για την ίδια περίοδο είναι μόλις 2,6%.
  • Το ποσοστό κάλυψης των ΜΕΔ από προβλέψεις είναι 44%, και βρίσκεται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το μέσο όρο της Ε.Ε., αλλά αρκετά χαμηλότερα από χώρες όπου εμφανίζουν υψηλούς δείκτες ΜΕΔ, όπως η Ιταλία, Πορτογαλία, κ.α.
  • Ο μέσος Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανέρχεται σε 16,6%, περίπου 3 μονάδες κάτω από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την απόσταση να διευρύνεται άλλες δύο μονάδες περίπου, εάν λάβουμε υπόψη την πλήρη επίπτωση από την εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (ΔΠΧΠ9).
    • Παράλληλα, παραμένει άλυτο και μάλιστα επιδεινώνεται το σημαντικό πρόβλημα της διάρθρωσης των εποπτικών κεφαλαίων, μεγάλο μέρος των οποίων είναι με τη μορφή της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης (DTCs),
  • Επίσης, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν έλλειμμα άνω των 10 δις σε σχέση με τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL: προσοχή: αυτό το μέγεθος δεν αφορά σε εποπτικές κεφαλαιακές ανάγκες), το οποίο υποχρεούνται όμως να καλύψουν σε αρκετά μεγάλο διάστημα, δηλαδή εντός των επόμενων 4-5 ετών.
  • Τέλος, πρέπει να σημειωθεί η διαρκώς αυξανόμενη έμμεση εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από το Ελληνικό Δημόσιο (bank sovereign nexus), σε συνέχεια της επέκτασης των εγγυήσεων του προγράμματος Ηρακλής καθώς και του ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογίας στο ενεργητικό των τραπεζών.

Ταυτόχρονα, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν σειρά από προκλήσεις οι οποίες  είναι κοινές και για τις περισσότερες τράπεζες της ευρωζώνης. Ενδεικτικά, θα ήθελα να αναφέρω:

  • Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων (low interest rate environment) που σε συνδυασμό με τη χαμηλή αποδοτικότητα κόστους επηρεάζει την κερδοφορία και τη δυνατότητα δημιουργίας κεφαλαίων. Για τις ελληνικές τράπεζες, αρνητικά επιδρά επίσης και το υψηλό κόστος πιστωτικού κινδύνου, δηλαδή οι αναγκαίες δαπάνες για το σχηματισμό προβλέψεων.
  • Τον ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό από μη-τράπεζες και από τα λεγόμενα BigTechs, καθώς και τις επιπτώσεις στη λειτουργία και το επιχειρηματικό μοντέλο των τραπεζών από την ψηφιακή καινοτομία (digital innovation).
  • Προκλήσεις που πηγάζουν από την ατελή τραπεζική ένωση (Banking Union) στην ευρωζώνη, σημαντικά κομμάτια της οποίας -όπως το Ενιαίο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων- απουσιάζουν.
  • Λοιπές προκλήσεις, όπως η επίπτωση από την κλιματική αλλαγή, από γεω-πολιτικές εξελίξεις, από αυξανόμενο αριθμό κυβερνοεπιθέσεων (cyber-attacks), κλπ.

Σε αυτό το περιβάλλον λειτουργίας, η πανδημία του Covid-19 διατάραξε την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα παγκοσμίως, με σοβαρές επιπτώσεις σε όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά: επιχειρήσεις, νοικοκυριά, κράτος και τράπεζες.

Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, αυτή τη φορά η αντίδραση από τις δημοσιονομικές, νομισματικές και εποπτικές αρχές ήταν άμεση και συντονισμένη. Συγκεκριμένα:

  • Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έλαβε σειρά μέτρων νομισματικής χαλάρωσης, τα οποία απέτρεψαν τη δημιουργία συνθηκών έλλειψης ρευστότητας στην αγορά. Ειδικά για την Ελλάδα, η συμπερίληψη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme – PEPP) της ΕΚΤ και η αποδοχή τους ως εξασφαλίσεων στις πράξεις παροχής ρευστότητας του Ευρωσυστήματος, καθώς και οι θετικές εξελίξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, συνέβαλαν στην αδιάλειπτη πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές κεφαλαίων και στην περαιτέρω μείωση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
  • Όλες οι κυβερνήσεις στην ευρωζώνη, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, έλαβαν μια σειρά μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής και πολιτικής για την αγορά εργασίας, με στόχο τη στήριξη των επιχειρήσεων και της απασχόλησης. Τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης και η ύφεση οδήγησαν μεν σε απότομη μεταστροφή του δημοσιονομικού αποτελέσματος της γενικής κυβέρνησης από πλεόνασμα σε έλλειμμα για το 2020 (και, σε συνδυασμό με τον αποπληθωρισμό, σε σημαντική αύξηση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ), απέτρεψαν όμως τη μαζική κατάρρευση επιχειρήσεων και νοικοκυριών που πλήττονται από την πανδημία.
  • Οι εποπτικές αρχές στην ευρωζώνη και πρωτίστως ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ (SSM), έλαβαν μια σειρά από μέτρα με σημαντικότερο αυτό της παροχή ευελιξίας αναφορικά με τη χρήση από τις τράπεζες των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας (capital buffers) ώστε να διατηρηθεί απρόσκοπτη η παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία αλλά και να απορροφήσουν οι τράπεζες τις πρόσθετες ζημιές λόγω της πανδημίας.
  • Τέλος, από το αρχικό στάδιο της κρίσης, οι ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν γενικευμένο καθεστώς αναβολής πληρωμής τόκων ή και χρεολυσίων (moratorium) δανείων που είναι συμβατό με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΒΑ) για τους πιστούχους που επλήγησαν από την πανδημία. Η περίοδος εφαρμογής του, που αρχικά προβλεπόταν να είναι έως το Δεκέμβριο του 2020, έχει παραταθεί σύμφωνα με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές της EBA, εντός όμως ενός ανώτατου ορίου των εννέα μηνών. Ειδικά για τα δάνεια σε καθεστώς moratorium θα ήθελα να παραθέσω ορισμένα μεγέθη:
    • Το μέγιστο ποσό των δανείων των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών που βρέθηκαν σε καθεστώς moratoria από την έναρξη της πανδημίας μέχρι το τέλος του 2020 ανήλθε σε ενοποιημένη βάση στα €27.6δις. Το Δεκέμβριο του 2020, το υπόλοιπο των δανείων αυτών ήταν περίπου €4 δις, καθώς η περίοδος αναστολής έληξε για τα περισσότερα δάνεια πριν το τέλος του έτους και με πιο πρόσφατα στοιχεία Ιανουαρίου 2021 το ποσό μειώθηκε περαιτέρω κατά το ήμισυ.
    • Οι αναστολές πληρωμών αφορούσαν κατά βάση ενήμερα δάνεια [σε ποσοστό άνω του 80% κατά μέσο όρο] και στο μεγαλύτερο μέρος τους προς επιχειρήσεις [σε ποσοστό περίπου 55% κατά μέσο όρο], κυρίως προς μικρομεσαίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Αποτελούσαν δε, ένα σημαντικό ποσοστό των συνολικών ενήμερων δανείων των συστημικών τραπεζών [σχεδόν έφθασαν το 20% επί των ενήμερων δανείων κατά μέσο όρο].
    • Οι κλάδοι στους οποίους αφορούσαν τα δάνεια σε αναστολή πληρωμών ήταν κυρίως πέντε, με πρώτο αυτόν της εστίασης και παροχής καταλυμάτων, του εμπορίου, της μεταποίησης, των κατασκευών και υπηρεσιών ακίνητης περιουσίας και των μεταφορών.

Όλα τα παραπάνω μέτρα που ελήφθησαν (αλλά και συνεχίζουν έως σήμερα) από τις αρχές και τις τράπεζες ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση και κατάφεραν να αποτρέψουν τα χειρότερα τόσο όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα, όσο και τις κοινωνικές επιπτώσεις από την πανδημία. Βεβαίως, τα σημάδια από την κρίση που προκάλεσε η πανδημία δεν είναι ακόμα πλήρως εμφανή στην πραγματική οικονομία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρωζώνη και θα είναι ενδεχομένως πιο ορατά μετά την έξοδο από τα μέτρα στήριξης. Όσον αφορά το τραπεζικό σύστημα η επίπτωση αφορά κυρίως σε νέα ΜΕΔ καθώς και στην αναμενόμενη επιδείνωση του λόγου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων προς το σύνολο των εποπτικών κεφαλαίων.

Είναι αναγκαίο στο σημείο αυτό να γίνει ειδική αναφορά στις πρόσφατες εξελίξεις που συνδέονται με την κεφαλαιακή ενίσχυση της Τράπεζας Πειραιώς. Συγκεκριμένα η τράπεζα έχει δημοσιοποιήσει την πρόθεση της ολοκλήρωσης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου εντός του τρέχοντος τριμήνου. Η κίνηση αυτή έρχεται σε συνέχεια προηγούμενης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας (Νοέμβριος 2020) να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να ακυρώσει την πληρωμή του τοκομεριδίου του μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου (CoCo), ουσιαστικά μετατρέποντας το σύνολο των ομολογιών ονομαστικής αξίας €2,040 εκατ. σε  κοινές μετοχές και αυξάνοντας το ποσοστό του ΤΧΣ στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Πειραιώς σε 61% από 26%. Οι εποπτικές αρχές έχουν συναινέσει απολύτως στην απόφαση αυτή.

Η εν λόγω εξέλιξη κρίνεται ως ιδιαιτέρως θετική από εποπτική σκοπιά, επειδή ενισχύει τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας κατά 0,4 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως (λόγω της μη καταβολής τοκομεριδίου) και αποκαθιστά τις συνθήκες πρόσβασης της τράπεζας στις αγορές κεφαλαίου. Εξίσου ιδιαιτέρως θετική εκτιμάται ότι είναι και η απόφαση περιορισμού του ποσοστού του ΤΧΣ σε μειοψηφικό ποσοστό (non-blocking minority) καθώς μόνο με αυτή τη συνθήκη εκτιμάται ότι μπορεί να επιτευχθεί η στήριξη της τράπεζας με ιδιωτικά κεφάλαια σε διατηρήσιμη βάση.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσω ότι η ολοκλήρωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς αποτελεί ουσιαστικά την αφετηρία μιας διαδικασίας αποκατάστασης ορισμένων αδυναμιών στα μεγέθη του ιδρύματος. Σημεία που έχουν επισημανθεί σε επιτόπιους εποπτικούς ελέγχους και τα οποία αντανακλούν σε ζητήματα ποιότητας ενεργητικού, πρέπει να αντιμετωπισθούν άμεσα ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις ανάκαμψης των αποτελεσμάτων της τράπεζας σε διατηρήσιμη βάση. Στο πλαίσιο αυτό η αύξηση κεφαλαίου που προγραμματίζει η Τράπεζα Πειραιώς είναι αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου.

  1. Προσδιορισμός των Ωφελειών από τις Ανακεφαλαιοποιήσεις

Τα οφέλη από τις επιτυχείς φάσεις ολοκλήρωσης ανακεφαλαιοποίησης είναι ιδιαίτερα σημαντικά και καλύπτουν τόσο το χρηματοπιστωτικό χώρο όσο και τον ευρύτερο οικονομικό:

  1. Εν μέσω πρωτόγνωρων συνθηκών συστημικής αστάθειες, κυρίως από πλευράς ζημιών και εκροών καταθέσεων, οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν χωρίς να χαθεί ούτε ένα ευρώ από καταθέσεις. Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία για την ευρύτερη των πολιτών, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεως προς τις τράπεζες.
  2. Ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Ευρωσυστήματος και του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας για κεφαλαιακή επάρκεια και διατηρείται έτσι η πρόσβαση στη ρευστότητα του Ευρωσυστήματος
  3. Με τη διαμόρφωση υψηλών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας είναι δυνατή η σταδιακή επιστροφή των τραπεζών στις πανευρωπαϊκές αγορές χρήματος και κεφαλαίου.
  4. Περιορίζεται η απομόχλευση των ισολογισμών των τραπεζών, με ορατές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας.

Οι κινήσεις αυτές έχουν διαμορφώσει καλύτερες συνθήκες λειτουργίας και ανταγωνισμού στον εγχώριο τραπεζικό κλάδο, διότι:

  • Μειώθηκε ο αριθμός προβληματικών και μη ανταγωνιστικών τραπεζικών μονάδων, που διαχρονικά χαρακτηρίστηκαν από αδυναμίες στη διάρθρωση του ενεργητικού τους
  • Μειώθηκε ο αριθμός τραπεζικών μονάδων καθώς οι μακροχρόνιες τάσεις της τραπεζικής αγοράς υπέδειξαν ένα μέγεθος πολύ διαφορετικό από αυτό της προηγούμενης δεκαετίας
  • Διαμορφώθηκαν οικονομίες κλίμακας και σημαντικές συνέργειες με αποτέλεσμα την βελτίωση της αποδοτικότητας των τραπεζών

Μία άλλη κριτική είναι αυτή που υποστηρίζει ότι οι τράπεζες έχουν κατ’ επανάληψη ανακεφαλαιοποιηθεί (με χρήματα του δημοσίου) και παρ όλα αυτά δεν έχουν συμβάλει στην πιστωτική επέκταση και στις αναπτυξιακές προσπάθειες. Όμως τα πραγματικά στοιχεία υποδεικνύουν ένα διαφορετικό συμπέρασμα:

Ενώ συνήθως σε μια μεγάλη οικονομική κρίση συρρικνώνεται δραστικά ο ισολογισμός των τραπεζών, στην Ελλάδα δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αντίθετα ενώ το σύνολο των καταθέσεων μειώθηκε κατά 48,4% από το 2009 έως το 2015, ποσοστό που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να επιφέρει ταχεία απομόχλευση του τραπεζικού κλάδου και περαιτέρω υφεσιακές συνθήκες, η ετήσια πιστωτική συρρίκνωση στην Ελλάδα ουδέποτε υπερέβη το 4%. Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό εάν αναλογισθεί κανείς ότι στη διάρκεια αυτών των ετών μειώθηκε η έκθεση ξένων τραπεζών σε ελληνικές επιχειρήσεις, που με τη σειρά τους αναχρηματοδότησαν λήξεις δανείων μέσω ελληνικών τραπεζών.

Τέλος είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι οι ενέργειες και οι διαδικασίες αυτές δεν ήταν ούτε ανορθόδοξες ούτε μοναδικές στον ευρωπαϊκό χώρο. Το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης ακολούθησε τους κανόνες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως προς ζητήματα κρατικής ενίσχυσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο σχεδιασμός ενός μακροχρόνια βιώσιμου επιχειρηματικού υποδείγματος, με σταδιακή απεξάρτηση των τραπεζών από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας και με τη δημιουργία συνθηκών επαναλαμβανόμενης και υγιούς κερδοφορίας αποτέλεσε άμεση προτεραιότητα. Οι βασικοί άξονες δράσης εξακολουθούν να ισχύουν και αφορούν:

(α) τον εξορθολογισμό του κόστους λειτουργίας και την εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου μέσω οργανικής κερδοφορίας,

(β) την απεμπλοκή από μη αμιγώς τραπεζικές εργασίες,

(γ) τον επανασχεδιασμό των δραστηριοτήτων στο εξωτερικό,

(δ) την ενεργό διαχείριση των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού, και

(ε) την μείωση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων ως ποσοστό των συνολικών εποπτικών κεφαλαίων.

Με τον τρόπο αυτό, οι ελληνικές τράπεζες έχουν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να επαναοριοθετήσουν τη στρατηγική τους και να αναδιαρθρώσουν τη δομή τους ώστε να συμβάλουν στην αναδιάταξη της ελληνικής οικονομίας, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις προοπτικές που διανοίγονται με την ψηφιακή τεχνολογία και τη σημαντική ροή κεφαλαίων που αναμένεται από το Ευρωπαϊκό Μέσο Ανάπτυξης (NGEU).

[1] Μέτρα εξυγίανσης στις τράπεζες: Proton Bank, TBank, Αγροτική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, FBB, Probank, Πανελλήνια Τράπεζα.

[2] Μέτρα εξυγίανσης στις συνεταιριστικές τράπεζες: Αχαϊκή, Λαμίας, Λέσβου-Λήμνου, Δυτικής Μακεδονίας, Δωδεκανήσου, Ευβοίας και Πελοποννήσου.