Ανεβαίνει η Ελλάδα στις προτιμήσεις της Morgan Stanley, σε τροχιά υπεραπόδοσης οι τράπεζες και γιατί βλέπει σύννεφα η Wood στην ελληνική οικονομία

Η Ελλάδα ενισχύει περαιτέρω τη θέση της στον επενδυτικό χάρτη της περιοχής EEMEA, με τη Morgan Stanley να αναβαθμίζει την εγχώρια αγορά στην 4η θέση της κατάταξής της και να διατηρεί τη σύσταση overweight για το ελληνικό χρηματιστήριο.

Στη νέα έκθεση «Country Scorecard Refresh – Hungary & Greece Move Up», ο αμερικανικός οίκος τοποθετεί την Ελλάδα μία θέση υψηλότερα σε σχέση με την προηγούμενη αξιολόγηση, ξεπερνώντας τη Νότια Αφρική και κατατάσσοντάς την πίσω μόνο από την Αίγυπτο, την Πολωνία και την Ουγγαρία.

Καταλυτικό ρόλο στη βελτίωση της θέσης της χώρας διαδραματίζει η νέα θεματική αξιολόγηση που εισάγει η Morgan Stanley και αφορά ένα πιθανό σενάριο αποκλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τον οίκο, η πιθανή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ μέσα στους επόμενους μήνες θα μπορούσε να λειτουργήσει ευεργετικά για αγορές υψηλού beta, όπως η ελληνική, ενισχύοντας τις αποτιμήσεις και τη διάθεση για ανάληψη κινδύνου.

Το πιο ισχυρό μήνυμα για το ελληνικό χρηματιστήριο προέρχεται από το Top 40 Combined Stock Screen της Morgan Stanley, όπου εισέρχονται η Τράπεζα Πειραιώς και η Εθνική Τράπεζα. Οι δύο ελληνικές τράπεζες συγκαταλέγονται πλέον στις μετοχές με τις υψηλότερες συνολικές βαθμολογίες σε όρους αποτίμησης, ποιότητας, κερδοφορίας και momentum σε ολόκληρη την περιοχή EEMEA.

Ιδιαίτερα η Πειραιώς ξεχωρίζει, καθώς περιλαμβάνεται στις μετοχές που αναμένεται να ωφεληθούν περισσότερο από ένα σενάριο αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, ενώ κατατάσσεται και στις κορυφαίες θέσεις του δείκτη αναθεωρήσεων κερδών της Morgan Stanley.

Παρά τις συγκρατημένες αναθεωρήσεις κερδών για την ελληνική αγορά συνολικά, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η δυναμική των μετοχών, η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών και η θετική γεωπολιτική έκθεση συνεχίζουν να καθιστούν την Ελλάδα μία από τις πιο ελκυστικές αγορές της περιοχής.

*******

Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό στήριγμα του επενδυτικού αφηγήματος για τις ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τη Jefferies, η οποία διατηρεί σύσταση «buy» για τις Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς.

Ο αμερικανικός οίκος επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες δραστηριοποιούνται σε ένα από τα πιο ευνοϊκά μακροοικονομικά περιβάλλοντα της Ευρώπης, ενώ παράλληλα εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount περίπου 15% έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, προσφέροντας σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανατίμησης.

Η Jefferies υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όρους ανάπτυξης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025 έναντι 1,4% στην ΕΕ, ενώ και το πρώτο τρίμηνο του 2026 η οικονομία κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2%, σχεδόν τριπλάσιο από το 0,7% της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασικοί μοχλοί παραμένουν οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, με την Τράπεζα της Ελλάδος να προβλέπει διατήρηση της ανάπτυξης κοντά στο 2% και τα επόμενα χρόνια.

Παράλληλα, η δημοσιονομική εικόνα βελτιώνεται σταθερά. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες με δημοσιονομικό πλεόνασμα, ενώ η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους συνεχίζεται με ταχείς ρυθμούς.

Για τις τράπεζες, το πιο άμεσο όφελος προέρχεται από την ισχυρή πιστωτική επέκταση, με τα συνολικά δάνεια να αυξάνονται κατά 8% και τα επιχειρηματικά κατά 11%, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε συνδυασμό με την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα και τη συνεχιζόμενη αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η Jefferies εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν σε πλεονεκτική θέση έναντι των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών τους.

*******

Η ελληνική οικονομία εισήλθε στο 2026 με χαμηλότερες ταχύτητες, καθώς η άνοδος των τιμών ενέργειας και η αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών αρχίζουν να αφήνουν το αποτύπωμά τους στην ανάπτυξη. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της Wood, η οποία αναθεωρεί προς τα κάτω την πρόβλεψή της για το ΑΕΠ του 2026 στο 2% από 2,5%, ενώ δεν αποκλείει ακόμη χαμηλότερη επίδοση εάν οι ενεργειακές πιέσεις διατηρηθούν για μεγάλο διάστημα.

Η επιβράδυνση αποτυπώθηκε ήδη στα στοιχεία του πρώτου τριμήνου, με την ανάπτυξη να διαμορφώνεται στο 2% σε ετήσια βάση από 2,3% το προηγούμενο τρίμηνο και μόλις 0,2% σε τριμηνιαία βάση, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2023. Σύμφωνα με τον οίκο, η κύρια αιτία ήταν η αισθητή υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς οι αυξημένες ενεργειακές δαπάνες ενίσχυσαν τις πληθωριστικές προσδοκίες και περιόρισαν τη διάθεση των νοικοκυριών για κατανάλωση.

Παρά την επιβράδυνση, η Wood δεν βλέπει συστημικούς κινδύνους για την οικονομία. Οι επενδύσεις εξακολουθούν να λειτουργούν ως βασικός μοχλός ανάπτυξης, με τη στήριξη των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και την ισχυρή πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, ο τουρισμός συνεχίζει να κινείται ανοδικά, ενώ η κυβέρνηση διατηρεί σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια χάρη στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Ωστόσο, ο οίκος προειδοποιεί ότι η πορεία της κατανάλωσης και η εξέλιξη των τιμών ενέργειας θα αποτελέσουν τις βασικές μεταβλητές για την ελληνική οικονομία τους επόμενους μήνες. Σε περίπτωση παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης, η ανάπτυξη θα μπορούσε να επιβραδυνθεί έως και στο 1,4%, παρά τη στήριξη από τις επενδύσεις και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.