
Η CrediaBank κάνει αποφασιστικό βήμα ενίσχυσης της παρουσίας της στις κεφαλαιαγορές, προχωρώντας στην εξαγορά του 70% της Pantelakis, ενός από τα ιστορικότερα και πιο αναγνωρίσιμα ονόματα της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς. Η τράπεζα ανακοίνωσε ότι υπέγραψε σύμβαση μεταβίβασης μετοχών με τους μετόχους της Παντελάκης Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ., ενώ η συμφωνία περιλαμβάνει και δικαίωμα προαιρετικής αγοράς και πώλησης για το υπόλοιπο 30% μετά την πάροδο τριών ετών από την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
Το τίμημα για την απόκτηση του 70% ανέρχεται σε 8,75 εκατ. ευρώ, με την CrediaBank να επισημαίνει ότι η επίπτωση στην κεφαλαιακή της θέση θα είναι περιορισμένη. Η ολοκλήρωση της συναλλαγής αναμένεται εντός του τρίτου τριμήνου του 2026, υπό την προϋπόθεση λήψης των απαραίτητων κανονιστικών εγκρίσεων. Από τη συμφωνία εξαιρείται η συμμετοχή της Παντελάκης στην AssetWise.
Η κίνηση εντάσσεται στη στρατηγική της CrediaBank για διεύρυνση των επενδυτικών προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρει στους πελάτες της, αλλά και για ενίσχυση της θέσης της στον τομέα των κεφαλαιαγορών. Παράλληλα, η διοίκηση εκτιμά ότι η εξαγορά θα ενισχύσει σημαντικά τα έσοδα από προμήθειες, διαφοροποιώντας περαιτέρω τις πηγές εσόδων της τράπεζας. Η Pantelakis, με ιστορία που ξεκινά από το 1920, διαθέτει ισχυρή παρουσία τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στις διεθνείς αγορές μετοχών και παραγώγων.
*******
Η Τράπεζα Κύπρου επιβεβαίωσε στο πρώτο τρίμηνο του 2026 ότι συνεχίζει να κινείται με ισχυρή δυναμική, παρουσιάζοντας υψηλή κερδοφορία, επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης και κεφαλαιακή υπεροχή που ενισχύει περαιτέρω το επενδυτικό story της μετοχής. Τα καθαρά κέρδη μετά φόρων ανήλθαν στα €121 εκατ., αυξημένα κατά 3% σε ετήσια βάση, με την απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) να διαμορφώνεται στο ιδιαίτερα υψηλό 18%.
Η εικόνα του ισολογισμού παρέμεινε ισχυρή, καθώς ο νέος δανεισμός έφτασε τα €829 εκατ., σημειώνοντας αύξηση 9% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν στα €11,1 δισ., ενώ οι καταθέσεις διατηρήθηκαν σταθερές στα €22,3 δισ., με βασικό στήριγμα τη λιανική τραπεζική. Παράλληλα, η ποιότητα ενεργητικού συνέχισε να βελτιώνεται, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων να υποχωρεί περαιτέρω στο 1,1%.
Ιδιαίτερα ισχυρή παρέμεινε και η κεφαλαιακή θέση της τράπεζας, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται στο 20,7% και τον συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 25,5%, παράλληλα με οργανική δημιουργία κεφαλαίων 114 μονάδων βάσης. Η διοίκηση συνεχίζει παράλληλα τις κινήσεις ανάπτυξης, μέσω της συμφωνίας με την CDB για απόκτηση χαρτοφυλακίου δανείων και καταθέσεων, αλλά και μέσω της επένδυσης 26% στη Wealthyhood.
Θετική παραμένει και η στάση των αναλυτών. Η Deutsche Bank διατηρεί σύσταση αγοράς και τιμή στόχο τα €10,40, ενώ η Euroxx Securities επαναλαμβάνει σύσταση overweight με τιμή στόχο τα €11,50. Και οι δύο οίκοι εκτιμούν ότι η τράπεζα μπορεί να υπερβεί τους στόχους της διοίκησης, εφόσον συνεχιστεί η ισχυρή πιστωτική επέκταση και διατηρηθούν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα.
*******
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται πλέον να εγκαταλείπει οριστικά το σενάριο σταδιακής αποκλιμάκωσης της νομισματικής πολιτικής, καθώς η νέα ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επαναφέρει ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με νέα έρευνα του Bloomberg, οι οικονομολόγοι εκτιμούν πλέον ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, μεταβάλλοντας αισθητά τις μέχρι πρότινος προβλέψεις της αγοράς.
Η βασική αιτία της αλλαγής στάσης είναι η εκτίναξη των τιμών ενέργειας και η ανησυχία ότι το νέο κύμα ανατιμήσεων θα περάσει σταδιακά σε μισθούς, υπηρεσίες και τελικές τιμές καταναλωτή. Οι τελευταίες προβλέψεις ανεβάζουν τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης στο 2,7% για το 2026, αισθητά υψηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, διατηρώντας τον πάνω από τον στόχο της ΕΚΤ.
Παράλληλα, αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εμφανίζονται πλέον πιο επιθετικά υπέρ νέων αυξήσεων επιτοκίων, εφόσον δεν υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν. Ωστόσο, η αυστηρότερη νομισματική πολιτική αυξάνει τους φόβους για επιβράδυνση της οικονομίας, καθώς οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης περιορίζονται πλέον κοντά στο 1% για το 2026, με το υψηλό ενεργειακό κόστος να πιέζει κατανάλωση και επιχειρηματική δραστηριότητα.




























