
Η Eurobank Equities αναβαθμίζει τις Alpha Bank και Optima Bank από “hold” σε “buy” και αυξάνει τις τιμές-στόχους για το σύνολο των ελληνικών τραπεζών, επισημαίνοντας ότι ο κλάδος παραμένει ελκυστικός, παρά την ανάκαμψη των μετοχών (+22% από τα χαμηλά και ~3% υψηλότερα από τα προ-γεωπολιτικής κρίσης επίπεδα).
Οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να θεωρούνται μη απαιτητικές (P/TBV ~1,4x, P/E ~9x), ειδικά σε σύγκριση με την ισχυρή κερδοφορία (RoTE ~15%) και τις ελκυστικές αποδόσεις κεφαλαίου (7%-10%). Η αγορά φαίνεται να προεξοφλεί υπερβολικά χαμηλότερη μελλοντική κερδοφορία λόγω γεωπολιτικών κινδύνων, κάτι που δημιουργεί περιθώρια re-rating.
Η Τράπεζα Πειραιώς παραμένει το top pick λόγω της καλύτερης σχέσης ρίσκου/απόδοσης, ενώ η Τράπεζα Κύπρου ξεχωρίζει για την υψηλή πολιτική διανομής κεφαλαίου (payout έως 90%-100%). Οι νέες τιμές-στόχοι διαμορφώνονται υψηλότερα για όλες τις τράπεζες, επιβεβαιώνοντας τη θετική στάση του οίκου.
Τα business plans υποστηρίζουν διατηρήσιμη κερδοφορία, με αύξηση εσόδων από τόκους λόγω όγκων, ενίσχυση προμηθειών και ισχυρό λειτουργικό leverage. Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σε αύξηση EPS ~7% και RoTE ~15% έως το 2028.
Ακόμη και σε αρνητικό σενάριο (μηδενική πιστωτική ανάπτυξη, αύξηση κόστους κινδύνου και επιτοκίων), η κερδοφορία εμφανίζεται ανθεκτική, με περιορισμένη πίεση στο RoTE. Συνολικά, ο κλάδος συνδυάζει ισχυρά θεμελιώδη με ελκυστικές αποτιμήσεις, διατηρώντας θετικό επενδυτικό αφήγημα.
*******
Η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει ισχυρή δημοσιονομική πορεία τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με το ΔΝΤ, παρά τις εξωτερικές πιέσεις από γεωπολιτικές εξελίξεις. Το αναθεωρημένο Fiscal Monitor προβλέπει σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, ενισχύοντας τη μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας.
Για το 2026, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται στο 3,8% του ΑΕΠ, υψηλότερα από τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος (3,2%), ενώ προβλέπεται να παραμείνει άνω του 3% έως το 2028 και να διαμορφωθεί κοντά στο 2,7% έως το 2031. Το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα αναμένεται οριακά πλεονασματικό το 2026 (0,6% του ΑΕΠ), πριν επιστρέψει σε ήπια ελλείμματα τα επόμενα έτη.
Καθοριστικής σημασίας είναι η πορεία του δημόσιου χρέους, το οποίο προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά από 145,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 136,9% το 2026 και περαιτέρω στο 110,9% έως το 2031. Η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα βελτιώσει τη σχετική της θέση έναντι άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών, υποχωρώντας κάτω από τα επίπεδα της Ιταλίας ήδη από το 2026 και της Γαλλίας έως το 2029.
Παράλληλα, τόσο τα έσοδα όσο και οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται να ακολουθήσουν πτωτική πορεία, αντανακλώντας δημοσιονομική εξισορρόπηση.
Συνολικά, η εικόνα υποδηλώνει ενισχυμένη δημοσιονομική αξιοπιστία, η οποία μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά για το επενδυτικό προφίλ της χώρας και τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης.
*******
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε με τον Διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας και πρότεινε την ανανέωση της θητείας του για τρίτη συνεχόμενη περίοδο, επιβεβαιώνοντας τη βούληση της κυβέρνησης για συνέχεια στη νομισματική και χρηματοπιστωτική πολιτική.
Η θητεία του διοικητή είναι εξαετής και, εφόσον εγκριθεί, ο Στουρνάρας θα καταστεί ένας από τους μακροβιότερους συμμετέχοντες στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Έχει αναλάβει τη θέση από το 2014, με ανανέωση το 2020, ενώ προηγουμένως είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών κατά την κρίσιμη περίοδο 2012–2014.
Η κίνηση ενισχύει το σήμα θεσμικής σταθερότητας προς τις αγορές, σε μια περίοδο όπου η ελληνική οικονομία επιδιώκει διατηρήσιμη ανάπτυξη και ενίσχυση της αξιοπιστίας της. Ο ίδιος ο Στουρνάρας χαρακτήρισε την πρόταση «τιμή και ένδειξη εμπιστοσύνης», υπογραμμίζοντας τη δέσμευσή του στη διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας και της ευστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η διαδικασία προβλέπει τη σύγκληση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, το οποίο θα εισηγηθεί επισήμως προς το Υπουργικό Συμβούλιο.
Συνολικά, η εξέλιξη αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά για το επενδυτικό κλίμα, διασφαλίζοντας συνέχεια στην οικονομική πολιτική και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των θεσμών και των αγορών






























