
Η Τράπεζα της Ελλάδος παρεμβαίνει δυναμικά στη δημόσια συζήτηση για τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC), ξεκαθαρίζοντας ότι τυχόν επιτάχυνση της απόσβεσής του πέραν όσων προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η κεντρική τράπεζα υπενθυμίζει ότι ο αναβαλλόμενος φόρος ενσωματώθηκε στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών κατά τη διάρκεια της κρίσης, προκειμένου να αποφευχθούν νέες δαπανηρές ανακεφαλαιοποιήσεις με επιβάρυνση των φορολογουμένων.
Όπως επισημαίνει, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προέρχεται από τις μεγάλες ζημιές που υπέστησαν οι τράπεζες λόγω του PSI και των διαγραφών μη εξυπηρετούμενων δανείων και αποσβένεται σταδιακά σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Ήδη από το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εφαρμόζουν επιταχυνόμενη εποπτική απόσβεση, μειώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια κατά ποσό που αντιστοιχεί στο 29% της πρόβλεψης για διανομή μερίσματος.
Η ΤτΕ εκφράζει έντονο προβληματισμό για προτάσεις που προβλέπουν ταχύτερη κατάργηση του μηχανισμού από το 2028 ή επιβολή έκτακτης εισφοράς στις τράπεζες. Προειδοποιεί ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε διαγραφή σημαντικού μέρους των εποπτικών κεφαλαίων, δημιουργώντας κεφαλαιακά ελλείμματα, περιορίζοντας την πιστωτική επέκταση και δυσχεραίνοντας την προσέλκυση επενδυτών. Παράλληλα, τονίζει ότι η διαρκής επαναφορά του ζητήματος υπονομεύει την εμπιστοσύνη που ανακτήθηκε στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα μετά το 2015 και ενδέχεται να πλήξει συνολικά την επενδυτική εικόνα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας.
********
Η UBS διατηρεί τη θετική της στάση απέναντι στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, εκτιμώντας ότι οι συστημικές τράπεζες παραμένουν από τους βασικούς ωφελημένους της ισχυρής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η ελβετική επενδυτική τράπεζα επισημαίνει ότι, παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων ετών, οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, προσφέροντας σημαντικά περιθώρια ανόδου.
Η UBS προβλέπει μέση ετήσια αύξηση περίπου 8% στα εξυπηρετούμενα δάνεια την περίοδο 2025-2028, καθώς οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και η ισχυρή οικονομική δραστηριότητα ενισχύουν τη ζήτηση για νέα χρηματοδότηση. Παράλληλα, εκτιμά ότι τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια έχουν ήδη αγγίξει το χαμηλότερο σημείο τους, ενώ αναμένει επιτάχυνση των καθαρών εσόδων από τόκους, ενίσχυση των προμηθειών και διατήρηση του πιστωτικού κινδύνου σε χαμηλά επίπεδα. Η ισχυρή κεφαλαιακή θέση των τραπεζών δημιουργεί, επίσης, περιθώρια για υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους και νέες εξαγορές, που αποτελούν τον επόμενο σημαντικό καταλύτη για τις μετοχές του κλάδου.
Η UBS διατηρεί σύσταση Buy και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, θέτοντας τιμή-στόχο 4,90 ευρώ για την Alpha Bank, 4,70 ευρώ για τη Eurobank, 18,20 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και 11,20 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς. Με βάση τις αποτιμήσεις αυτές, η Alpha Bank εμφανίζει το υψηλότερο περιθώριο ανόδου (32%), ακολουθούν η Πειραιώς (28%), η Εθνική (26%) και η Eurobank (21%), επιβεβαιώνοντας ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις κορυφαίες επενδυτικές επιλογές της UBS στην ευρωπαϊκή περιφέρεια.
********
Το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία, καθώς σύμφωνα με το τελευταίο τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ ανήλθε στα 417 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, αντιστοιχώντας στο 168% του ΑΕΠ. Σε σύγκριση με το τέλος του 2024, η αύξηση υπερβαίνει τα 24 δισ. ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη διεύρυνση των υποχρεώσεων του ιδιωτικού τομέα.
Η άνοδος δεν αποδίδεται αποκλειστικά στη δημιουργία νέων «κόκκινων» δανείων. Αντίθετα, αντανακλά αφενός την ενίσχυση του υγιούς τραπεζικού δανεισμού, κυρίως προς τις επιχειρήσεις που αυξάνουν τις επενδύσεις τους, και αφετέρου τη συνεχιζόμενη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώνονται στα 237,8 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 57% του συνολικού ιδιωτικού χρέους. Από αυτές, τα 165,2 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, επιβεβαιώνοντας ότι ο δημόσιος τομέας εξακολουθεί να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο βάρος των ανεξόφλητων υποχρεώσεων.
Παράλληλα, το συνολικό ύψος των τραπεζικών δανείων ανήλθε στα 251,9 δισ. ευρώ, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν κοντά στο 30% του συνόλου. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων διατηρούν πλέον το 92% των «κόκκινων» δανείων, με τα επιχειρηματικά να αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία, ακολουθούμενα από τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά, εικόνα που καταδεικνύει ότι το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.




