
Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ) 2026-2030 αποτελεί την κυβερνητική απάντηση στην «επόμενη ημέρα» του Ταμείου Ανάκαμψης, επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα μόνιμο πλαίσιο δημόσιων επενδύσεων με εθνικούς πόρους. Το μήνυμα που εξέπεμψε η κυβέρνηση είναι ότι η αναπτυξιακή δυναμική της χώρας δεν θα εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από έκτακους ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά θα στηρίζεται σε έναν σταθερό μηχανισμό χρηματοδότησης και πολυετούς σχεδιασμού.
Τα περίπου 23 δισ. ευρώ που θα κινητοποιηθούν έως το 2030 δημιουργούν σημαντικό πεδίο δραστηριότητας για τους κλάδους των υποδομών, των κατασκευών, της ενέργειας, της ψηφιακής τεχνολογίας και της πολιτικής προστασίας, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της περιφερειακής ανάπτυξης.
Το επιχειρηματικό ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στη σταδιακή αύξηση των εθνικών πόρων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίοι προβλέπεται να φθάσουν τα 4,2 δισ. ευρώ έως το 2030, δημιουργώντας μεγαλύτερη ορατότητα για την αγορά και καλύτερες προϋποθέσεις προγραμματισμού για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε δημόσια έργα.
Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει να συνδέσει τις δημόσιες επενδύσεις με μετρήσιμα αναπτυξιακά αποτελέσματα, δίνοντας προτεραιότητα σε έργα υποδομών, πράσινης μετάβασης, τεχνητής νοημοσύνης, στεγαστικής πολιτικής και ενεργειακής ανθεκτικότητας. Το στοίχημα, πλέον, δεν είναι μόνο η απορρόφηση κονδυλίων, αλλά η μετατροπή τους σε παραγωγικές επενδύσεις που θα στηρίξουν την ανάπτυξη, την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας την επόμενη πενταετία.
******
Η Morgan Stanley ανεβάζει τον πήχη των προσδοκιών για τις ελληνικές τράπεζες ενόψει των αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου, εκτιμώντας ότι ο κλάδος θα συνεχίσει να εκπλήσσει θετικά χάρη στην ισχυρή πιστωτική επέκταση, τα ανθεκτικά έσοδα από τόκους και τη δυναμική των προμηθειών. Ο αμερικανικός οίκος διατηρεί θετική στάση για τον κλάδο, θεωρώντας ότι οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικά περιθώρια ανόδου.
Στο επίκεντρο των προτιμήσεων βρίσκονται η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank, για τις οποίες διατηρεί σύσταση Overweight και τιμές-στόχους 11,30 ευρώ και 4,90 ευρώ, αντίστοιχα, εκτιμώντας ότι διαθέτουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να υπερβούν τις εκτιμήσεις της αγοράς και να αναβαθμίσουν το guidance για το 2026.
Θετική παραμένει η εικόνα και για την Alpha Bank, με τιμή-στόχο 4,90 ευρώ και σύσταση Overweight, καθώς οι προμήθειες και οι δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής αναμένεται να στηρίξουν την κερδοφορία. Για την Εθνική Τράπεζα, με τιμή-στόχο 17,20 ευρώ και σύσταση Equal-weight, η Morgan Stanley βλέπει περιθώρια βελτίωσης στα καθαρά έσοδα από τόκους και ισχυρότερες επιδόσεις στις προμήθειες. Όσον αφορά την CrediaBank, διατηρεί σύσταση Equal-weight και τιμή-στόχο 1,16 ευρώ, αναγνωρίζοντας τη δυναμική ανάπτυξη των χορηγήσεων, αλλά και την αυξημένη πίεση από το υψηλότερο κόστος καταθέσεων.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις πιο ελκυστικές επενδυτικές επιλογές στην ευρωπαϊκή αγορά, με ισχυρές προοπτικές κερδοφορίας και περαιτέρω αναβαθμίσεις των εκτιμήσεων τους επόμενους μήνες.
********
Η κριτική προς την κυβέρνηση είναι αυτονόητο δικαίωμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η αντιπολίτευση επιλέγει να στοχοποιεί ανεξάρτητους θεσμούς και πρόσωπα που λειτουργούν με βάση συγκεκριμένο ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο, τότε το πολιτικό μήνυμα χάνει την ουσία του και μετατρέπεται σε άσκηση εντυπώσεων.
Η επιστολή της τομεάρχη Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Μιλένας Αποστολάκη, προς τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, φαίνεται να κινείται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Η απάντηση του διοικητή ήταν απολύτως τεκμηριωμένη και υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: η Τράπεζα της Ελλάδος δεν καθορίζει τις τιμές των ασφαλίστρων ούτε μπορεί να επιβάλει διοικητικό έλεγχο στην τιμολόγηση των ασφαλιστικών προϊόντων. Η αποστολή της είναι να διασφαλίζει τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών εταιρειών και τη σταθερότητα του συστήματος, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες δεν αντιμετωπίζουν πραγματικό πρόβλημα με τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας. Το αντίθετο. Όμως η λύση δεν βρίσκεται στην απόδοση ευθυνών σε έναν θεσμό για αρμοδιότητες που δεν διαθέτει. Η πολιτική οφείλει να απευθύνεται στους πραγματικούς υπεύθυνους και να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις, όχι να δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις.
Ο Γιάννης Στουρνάρας, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί μαζί του, υπερασπίστηκε με σαφήνεια τον θεσμικό ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδος και εξήγησε με στοιχεία τα όρια των εποπτικών της αρμοδιοτήτων. Αυτή είναι η στάση που οφείλει να έχει ένας κεντρικός τραπεζίτης.
Η κ. Αποστολάκη θα μπορούσε να αξιοποιήσει την παρέμβασή της για να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από το θεσμικό πλαίσιο της ιδιωτικής ασφάλισης. Αντ’ αυτού, επέλεξε μια αντιπαράθεση που περισσότερο συγχέει τους πολίτες παρά φωτίζει το πρόβλημα. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τέτοιες πρακτικές προσφέρουν υπηρεσίες ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στη χώρα. Αντίθετα, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους ανεξάρτητους θεσμούς, σε μια περίοδο που η θεσμική σοβαρότητα αποτελεί περισσότερο από ποτέ εθνική ανάγκη.




