
Με θετικές προσδοκίες εισέρχεται η Ελλάδα στο νέο έτος, καθώς οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης εκτιμάται ότι θα συνεχιστούν, φέρνοντας το αξιόχρεο της χώρας πολύ κοντά στη βαθμίδα Α, όπου βρίσκονται οι περισσότερες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Τα πρώτα σήματα ενδέχεται να δοθούν ήδη από τον Μάρτιο, όταν Moody’s, DBRS και Scope θα ανακοινώσουν τις πρώτες αξιολογήσεις τους για το 2026, ενώ θα ακολουθήσουν οι S&P και Fitch την άνοιξη. Πιο πιθανός «προπομπός» μιας νέας αναβάθμισης εμφανίζεται ο Scope, ο οποίος έχει θέσει θετικές προοπτικές στο ελληνικό αξιόχρεο, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβάθμισης εντός των επόμενων μηνών.
Οι βασικές προϋποθέσεις φαίνεται να πληρούνται: το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία, με στόχο να υποχωρήσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα παραμένουν ισχυρά. Παράλληλα, η ελληνική οικονομία διατηρεί ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και το τραπεζικό σύστημα ενισχύεται, με χαμηλότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ισχυρή κεφαλαιακή βάση.
Η θετική αυτή εικόνα αντανακλάται και στις αγορές ομολόγων, με τα ελληνικά spreads να παραμένουν συγκρατημένα. Μια περαιτέρω αναβάθμιση θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και θα συμβάλει στη διατήρηση χαμηλότερου κόστους δανεισμού, σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένων αποδόσεων.
******
Πέντε συνεχόμενα κερδοφόρα έτη συμπλήρωσε το Χρηματιστήριο Αθηνών, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική επιστροφή του στο επίκεντρο του διεθνούς επενδυτικού ενδιαφέροντος. Στην πενταετία αυτή, ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε συνολικά κέρδη 162,14%, τοποθετώντας την ελληνική αγορά σταθερά στο top-5 των παγκόσμιων χρηματιστηρίων, ενώ σε ορισμένες περιόδους βρέθηκε ακόμη και στην πρώτη θέση διεθνώς.
Η ανοδική αυτή πορεία στηρίχθηκε σε σειρά θετικών παραγόντων, όπως οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης σε σχέση με την Ευρωζώνη, η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, η πολιτική σταθερότητα και η ισχυρή εικόνα των οικονομικών αποτελεσμάτων των εισηγμένων εταιρειών. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης η επαναφορά του τραπεζικού συστήματος σε κανονικότητα, καθώς και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, εξέλιξη που επιβεβαίωσε τις προσδοκίες της αγοράς.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η αύξηση της συνολικής κεφαλαιοποίησης, η οποία ενισχύθηκε κατά 92,4 δισ. ευρώ στην πενταετία και διαμορφώθηκε στα 146,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, από 53,9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2020. Ο τραπεζικός δείκτης υπεραπέδωσε με άνοδο 342%, ενώ ισχυρά κέρδη κατέγραψαν και οι δείκτες υψηλής και μεσαίας κεφαλαιοποίησης.
Παράλληλα, η ρευστότητα ενισχύθηκε σημαντικά, με τη μέση ημερήσια αξία συναλλαγών να ξεπερνά τα 200 εκατ. ευρώ για πρώτη φορά από το 2009, υπογραμμίζοντας την αναβάθμιση της ποιότητας και του βάθους της αγοράς.































