Συνέχεια στο ελληνικό χρηματιστηριακό ράλι περιμένει η Optima, ισχυρότερες προοπτικές για τις τράπεζες βλέπει η Fitch, και ενέργεια και στέγαση κρατούν ψηλά τον πληθωρισμό

Η Optima Bank διατηρεί θετική στάση για το ελληνικό χρηματιστήριο, εκτιμώντας ότι η αγορά διαθέτει τα εχέγγυα να συνεχίσει την υπεραπόδοσή της και στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, παρά τη σημαντική άνοδο των αποτιμήσεων. Οι αναλυτές στηρίζουν την εκτίμησή τους στην ανθεκτική ελληνική οικονομία, στη συνεχιζόμενη βελτίωση του αξιόχρεου της χώρας, στα ισχυρά εταιρικά θεμελιώδη μεγέθη και στις αυξημένες εισροές ξένων κεφαλαίων.

Η έκθεση προβλέπει ανάπτυξη του ελληνικού ΑΕΠ κατά 1,8% το 2026, έναντι 1,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ επισημαίνει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί περαιτέρω κατά περίπου 8%. Καθοριστικό γεγονός θεωρείται η ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο οικοσύστημα της Euronext από τις 21 Σεπτεμβρίου, η οποία εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε παθητικές εισροές άνω του 1 δισ. ευρώ, ενισχύοντας τη ρευστότητα και τη διεθνή προβολή της αγοράς.

Παρά την άνοδο του δείκτη P/E στις 12,3 φορές, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με έκπτωση 22% έναντι επιλεγμένων ευρωπαϊκών αγορών. Ο Γενικός Δείκτης καταγράφει κέρδη περίπου 22% από τις αρχές του έτους, ενώ οι ξένοι επενδυτές πραγματοποίησαν το 69,3% των συναλλαγών τον Ιούνιο.

Για το υπόλοιπο του 2026, η Optima Bank ξεχωρίζει ως κορυφαίες επενδυτικές επιλογές τις Τράπεζα Πειραιώς, METLEN, ΔΕΗ, Motor Oil, Eurobank, Allwyn και Titan, διατηρώντας στη λίστα παρακολούθησης τις HELLENiQ ENERGY, ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, Εθνική Τράπεζα και Alpha Bank.

******

Η Fitch Ratings αναβαθμίζει το λειτουργικό περιβάλλον της Ελλάδας στη βαθμίδα «BBB» από «BBB-», εξέλιξη που αντικατοπτρίζει τις βελτιωμένες επιχειρηματικές προοπτικές για τον τραπεζικό κλάδο, την ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης. Η αναθεώρηση αποτέλεσε τη βάση για τις πρόσφατες αναβαθμίσεις της Εθνικής Τράπεζας και της Eurobank σε BBB με σταθερές προοπτικές, καθώς και για τη διατήρηση της θετικής προοπτικής της Τράπεζας Πειραιώς.

Ο οίκος εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό κοντά στο 2%, υποστηριζόμενη από τις επενδύσεις του NextGenerationEU, τη βελτίωση των οικονομικών των νοικοκυριών, την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση των επενδύσεων. Για τις τράπεζες προβλέπει αύξηση των χορηγήσεων σε υψηλό μονοψήφιο ποσοστό την περίοδο 2026-2027, μετά την άνοδο 10% το 2025, με βασικό μοχλό τις επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις.

Παράλληλα, η Fitch αναμένει περαιτέρω ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες μέσω της ανάπτυξης της διαχείρισης κεφαλαίων και των ασφαλιστικών εργασιών, εκτιμώντας ότι οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες θα διατηρήσουν δείκτη λειτουργικών κερδών προς σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού τουλάχιστον 3,5%.

Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις, όπως το μεγάλο απόθεμα τιτλοποιημένων προβληματικών δανείων που διαχειρίζονται οι servicers, οι νομικές αβεβαιότητες γύρω από τα δάνεια του νόμου Κατσέλη και οι κίνδυνοι από παλαιά στεγαστικά δάνεια. Παρά τα εμπόδια, η Fitch εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρότερα πιστωτικά προφίλ και επαρκείς προβλέψεις, γεγονός που τους επιτρέπει να διατηρήσουν υψηλή κερδοφορία και να αξιοποιήσουν τις αναπτυξιακές ευκαιρίες της ελληνικής οικονομίας.

******

Η ακρίβεια επανέρχεται δυναμικά στην ελληνική οικονομία, καθώς ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,4% τον Ιούνιο, από 2,8% τον αντίστοιχο μήνα του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Σε μηνιαία βάση ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή παρέμεινε αμετάβλητος, ωστόσο οι πιέσεις στο κόστος ζωής ενισχύθηκαν σημαντικά, κυρίως λόγω της ενέργειας και της στέγασης.

Τη μεγαλύτερη άνοδο κατέγραψε το πετρέλαιο θέρμανσης, με αύξηση 53,2%, ενώ ακολούθησαν το φυσικό αέριο με 24,6% και τα λοιπά καύσιμα με 18,1%. Η κατηγορία της στέγασης εμφάνισε ετήσια αύξηση 10,6%, επιβεβαιώνοντας ότι το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά.

Στα τρόφιμα, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,7%, με τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις να καταγράφονται στο αρνί και κατσίκι (+16,2%), ενώ σημαντική αύξηση σημείωσαν και τα κοσμήματα και ρολόγια (+15,8%).

Στον αντίποδα, σημαντικές μειώσεις τιμών καταγράφηκαν στο ελαιόλαδο (-12,8%), στο ρύζι (-6,9%), σε είδη μεταφοράς και ταξιδιού (-6,9%), στον εξοπλισμό ενημέρωσης και επικοινωνίας (-3,5%) και στα πακέτα τηλεφωνικών υπηρεσιών (-3,3%).

Σε επίπεδο δωδεκαμήνου, ο μέσος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,3%, έναντι 2,6% την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο, εξέλιξη που αναδεικνύει τη διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία παρά τη σταθεροποίηση του γενικού δείκτη σε μηνιαία βάση.