
Οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες παραμένουν από τις πιο ελκυστικές επενδυτικά στην Ευρώπη, σύμφωνα με την Deutsche Bank, στηριζόμενες στην ισχυρή ανάπτυξη δανείων, τα ανθεκτικά καθαρά έσοδα τόκων (NII) και τη σταθερή ποιότητα ενεργητικού. Οι τράπεζες έχουν επωφεληθεί από δεκαετίες υποεπένδυσης, γεγονός που ενίσχυσε την κερδοφορία στον εταιρικό δανεισμό, αύξησε τις προμήθειες και βελτίωσε την αποδοτικότητα διαχείρισης κόστους. Παρά τη σημαντική ανατίμηση των μετοχών τους το 2025, οι αποτιμήσεις παραμένουν σχετικά χαμηλές συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές, αφήνοντας περιθώρια περαιτέρω θετικών αναθεωρήσεων.
Η αναμενόμενη αναβάθμιση της Ελλάδας σε Αναπτυγμένη Αγορά από τον MSCI αναμένεται να προσελκύσει ευρύτερο κύκλο διεθνών επενδυτών, ενισχύοντας τη ρευστότητα και δημιουργώντας πιθανές εισροές κεφαλαίων. Η Κύπρος εμφανίζει σταθερές επιδόσεις, με υγιή οικονομία και ισχυρή επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ οι τράπεζες της χώρας συμπληρώνουν το ελληνικό τραπεζικό περιβάλλον χωρίς να περιορίζουν τις επενδυτικές ευκαιρίες.
Η Deutsche Bank προτιμά την Eurobank για ισορροπία μεταξύ ποιότητας και δυναμικής κερδοφορίας, ενώ ακολουθούν η Πειραιώς και η Alpha Bank με ισχυρή ανάπτυξη δανείων και θετικές προοπτικές NII και προμηθειών. Η Εθνική προσφέρει σταθερότητα και δυνατότητα επιστροφής κεφαλαίου, ενώ η Bank of Cyprus ξεχωρίζει για υψηλές αποδόσεις και βελτιωμένη αποτελεσματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η Deutsche Bank αναβαθμίζει τις τιμές-στόχους για όλες τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες, εκτιμώντας βιώσιμη ανάπτυξη διψήφιου κέρδους τα επόμενα έτη.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανεβάζει τις τιμές στόχους, στα 4,10 ευρώ, από 3,85 ευρώ, για την Alpha Bank, στα 10,10 ευρώ, από 8,70 ευρώ για την Κύπρου, στα 8,75 ευρώ, από 7,70 ευρώ, για την Πειραιώς, στα 4,10 ευρώ, από 3,85 ευρώ για τη Eurobank, και στα 15,30 ευρώ, από 13,40 ευρώ για την Εθνική.
******
Η HSBC υποβαθμίζει τη σύστασή της για τις ελληνικές μετοχές σε «underweight» από «neutral», μετά την εντυπωσιακή, αλλά δύσκολα επαναλαμβανόμενη πορεία τους το 2025. Οι υπό κάλυψη τίτλοι κατέγραψαν άνοδο περίπου 75%, ωστόσο οι προοπτικές για το 2026 θεωρούνται περιορισμένες, καθώς οι περισσότεροι θετικοί καταλύτες έχουν ήδη αποτυπωθεί στις αποτιμήσεις. Η βρετανική τράπεζα επισημαίνει ότι απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή από τους επενδυτές, ενώ επισημαίνει ότι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση και βελτιωμένες μερισματικές αποδόσεις έχουν ήδη προεξοφληθεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση της HSBC για τις αναβαθμίσεις των αγορών στους διεθνείς δείκτες. Παρά την αναβάθμιση της Ελλάδας από τον FTSE Russell σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς, με ισχύ από 21 Σεπτεμβρίου 2026, η τράπεζα θεωρεί ότι η αλλαγή μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στις ροές κεφαλαίων. Η μετάβαση αναμένεται να προκαλέσει παθητικές εκροές περίπου 400 εκατ. δολαρίων, καθώς η Ελλάδα απομακρύνεται από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών. Από τις 30 ελληνικές μετοχές στον FTSE Emerging Markets, μόνο οκτώ θα διατηρήσουν τη θέση τους, ενώ οι υπόλοιπες θα μεταφερθούν στον δείκτη Developed Markets Small Cap, με περιορισμένη επενδυτική προβολή.
Συνολικά, η HSBC προειδοποιεί ότι οι αναβαθμίσεις μπορεί να λειτουργήσουν ως αντίστροφος καταλύτης για τις ελληνικές μετοχές το 2026, υπογραμμίζοντας την ανάγκη προσεκτικής διαχείρισης επενδύσεων και μεγαλύτερης προσοχής στις αποτιμήσεις.
******
Το 2025, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) κινήθηκε σε τρεις βασικούς άξονες δράσης: την είσπραξη εσόδων και την επίτευξη των στόχων, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης πολιτών και επιχειρήσεων και τη μείωση της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου. Η ένταση της ψηφιοποίησης, οι συντονισμένες δράσεις κατά της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και η συνεχής βελτίωση του λειτουργικού μοντέλου της Αρχής οδήγησαν για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά στην υπέρβαση των στόχων εσόδων.
Η αποτελεσματικότητα αποτυπώνεται και στη μείωση του κενού ΦΠΑ κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες από το 2017, ενισχύοντας τη διασφάλιση των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, συνεχίστηκε ο εκσυγχρονισμός και η ψηφιοποίηση διαδικασιών και υπηρεσιών, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων.
Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ, Γιώργος Πιτσιλής, επισήμανε ότι το 2025 αποτέλεσε χρονιά ενίσχυσης του αποτυπώματος της Αρχής στη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, με την ανάπτυξη της νέας πύλης επικοινωνίας my1521, την περαιτέρω ψηφιοποίηση διαδικασιών και τον εκσυγχρονισμό των ελεγκτικών μέσων. Παράλληλα, προετοιμάστηκαν οι υπηρεσίες της ΑΑΔΕ για την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ από 1η Ιανουαρίου 2026. Η ΑΑΔΕ συνεχίζει το έργο της, στοχεύοντας στην ενίσχυση του δημοσίου συμφέροντος και την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου.































