Τα κέρδη και οι ζημιές από την αναβάθμιση του ΧΑ, «πρωταγωνίστρια» η Ελλάδα στον τραπεζικό δανεισμό και νέο καμπανάκι Μυτιληναίου σε Κομισιόν και κυβερνήσεις

Στο επίκεντρο των αγορών βρίσκεται η επικείμενη αναβάθμιση της Ελλάδας από Αναδυόμενη (EM) σε Ανεπτυγμένη (DM) αγορά, μετά την απόφαση του MSCI να επιταχύνει τις σχετικές διαδικασίες, ενώ στους υπολογισμούς των επενδυτών προστίθεται πλέον και η πιθανή αντίστοιχη κίνηση του FTSE. Οι εκτιμήσεις των διεθνών οίκων συγκλίνουν στο ότι η μετάβαση θα συνοδευτεί από σημαντικές ροές κεφαλαίων, αλλά όχι κατ’ ανάγκη καθαρές εισροές.

Σύμφωνα με τη Goldman Sachs, οι συνολικές αγορές και πωλήσεις από κεφάλαια που παρακολουθούν δείκτες MSCI και FTSE ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 7 δισ. δολάρια, με καθαρές εκροές περίπου 320 εκατ. δολάρια. Όπως επισημαίνει, τα αυστηρότερα κριτήρια μεγέθους και free float στους δείκτες DM περιορίζουν τη συμμετοχή ελληνικών μετοχών, ενώ οι εισροές από DM funds δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν πλήρως τις εκροές από EM κεφάλαια.

Ακόμη πιο επιφυλακτική εμφανίζεται η HSBC, προειδοποιώντας ότι η αναβάθμιση ενδέχεται βραχυπρόθεσμα να λειτουργήσει ως «υποβάθμιση». Τα GEMs αναμένεται να μειώσουν άμεσα την έκθεσή τους, ενώ τα DM funds ενδέχεται να δείξουν περιορισμένο ενδιαφέρον λόγω του μικρού μεγέθους της ελληνικής αγοράς.

Η τράπεζα εκτιμά ότι μπορεί να προκύψει χαμηλότερη ζήτηση και μειωμένοι όγκοι συναλλαγών, ιδιαίτερα στις τραπεζικές μετοχές, σε μια χρονική συγκυρία υψηλών αποτιμήσεων στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο. Παρά τα ισχυρά θεμελιώδη της ελληνικής οικονομίας, μόλις το 7% των παγκόσμιων κεφαλαίων επενδύει σήμερα στην Ελλάδα, στοιχείο που περιορίζει το άμεσο όφελος της αναβάθμισης.

******

Τη δυναμική επιστροφή της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη επισημαίνει η Jefferies, μετά τη δημοσίευση των τελευταίων στοιχείων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Όπως αναφέρουν οι αναλυτές, η ελληνική αγορά δανείων ξεχωρίζει με διαφορά, καταγράφοντας συνολική αύξηση 9,3%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφώνεται μόλις στο 3%.

Η ισχυρή αυτή επίδοση αποδίδεται κυρίως στην έντονη άνοδο των επιχειρηματικών δανείων, τα οποία στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 12,5% τον Δεκέμβριο, έναντι 10,9% τον Νοέμβριο, μετά από δύο μήνες επιβράδυνσης. Σύμφωνα με τη Jefferies, η χώρα παραμένει η ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά επιχειρηματικής χρηματοδότησης μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών αγορών που παρακολουθεί, γεγονός που αντανακλά την ενίσχυση των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας.

Σε αντίθεση, οι μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, με τη Γερμανία να κινείται σχεδόν στάσιμα και τη Γαλλία και την Ιταλία σε περιορισμένη άνοδο.

Θετική εικόνα παρουσιάζει και η εγχώρια καταθετική βάση. Οι συνολικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 3,8%, με τις επιχειρηματικές καταθέσεις να ενισχύονται κατά 11,2% και εκείνες των νοικοκυριών κατά 2,9%.

Κατά τη Jefferies, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε φάση ισχυρότερης πιστωτικής επέκτασης, με τις τράπεζες να διαδραματίζουν πλέον ενεργό ρόλο στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης.

******

Την ενίσχυση του ευρώ ως έναν ακόμη παράγοντα πίεσης για τις ευρωπαϊκές εξαγωγικές επιχειρήσεις επισημαίνει ο πρόεδρος και CEO της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος. Σε ανάρτησή του στο LinkedIn, τονίζει ότι η ανατίμηση του ενιαίου νομίσματος επιβαρύνει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, προστιθέμενη στο ήδη υψηλό ενεργειακό κόστος που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σε σύγκριση με άλλες οικονομίες.

Όπως σημειώνει, οι διεθνείς αγορές λειτουργούν κυρίως σε δολάριο, γεγονός που καθιστά τα ευρωπαϊκά προϊόντα ακριβότερα και λιγότερο ελκυστικά, ιδιαίτερα για κλάδους με υψηλή ενεργειακή κατανάλωση και περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας. Από τη βαριά βιομηχανία έως τη μεταποίηση, οι πιέσεις εντείνονται σε ένα περιβάλλον αυξημένου παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με τον κ. Μυτιληναίο, η πορεία του ευρώ λειτουργεί ως υπενθύμιση της ανάγκης για άμεση εφαρμογή πολιτικών που ενισχύουν τη βιομηχανική ανθεκτικότητα της Ευρώπης και προωθούν τη στρατηγική της αυτονομία. Κομβικής σημασίας θεωρεί τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενες πρώτες ύλες, την ενδυνάμωση της εσωτερικής αγοράς και την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών.

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια βιώσιμη λύση. Καταλήγοντας, τονίζει την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πλαισίου που θα επιτρέπει στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες όχι μόνο να ανταγωνίζονται, αλλά και να διακρίνονται σε παγκόσμιο επίπεδο.