Κινδύνους για τράπεζες από την απόφαση του Αρείου Πάγου βλέπει η Moody’s, στο επίκεντρο των διεθνών κεφαλαίων η Ελλάδα και τι είπαν Μητσοτάκης Ερντογάν στην Άγκυρα
Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια που έχουν ενταχθεί στον Νόμο Κατσέλη δημιουργεί νέες προκλήσεις για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως επισημαίνει η Moody’s. Σύμφωνα με τον οίκο, η ερμηνεία ότι οι τόκοι υπολογίζονται μόνο επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού υπολοίπου περιορίζει σημαντικά τα έσοδα από αναδιαρθρωμένα στεγαστικά δάνεια και μειώνει τις ταμειακές ροές.
Ο τελικός αντίκτυπος θα εξαρτηθεί από το αν η απόφαση εφαρμοστεί αναδρομικά. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι απώλειες τόκων θα μπορούσαν να φτάσουν έως και το 1 δισ. ευρώ, επηρεάζοντας κυρίως τις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων και τους διαχειριστές NPE. Παράλληλα, αυξάνεται ο κίνδυνος ενεργοποίησης κρατικών εγγυήσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής».
Η Moody’s προειδοποιεί επίσης για πιθανή επιδείνωση της κουλτούρας πληρωμών, καθώς πολλά δάνεια καθίστανται ουσιαστικά άτοκα, ενθαρρύνοντας αμφισβητήσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων. Ταυτόχρονα, ενισχύεται ο ηθικός κίνδυνος, με μελλοντικούς δανειολήπτες να ενδέχεται να επιδιώξουν παρόμοια προστασία.
Ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες αναμένεται να υιοθετήσουν αυστηρότερα κριτήρια αξιολόγησης και υψηλότερα επιτόκια στα στεγαστικά δάνεια. Παρότι οι άμεσες επιπτώσεις θεωρούνται διαχειρίσιμες λόγω ισχυρών κεφαλαίων, οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι για την πιστωτική επέκταση και τη σταθερότητα παραμένουν αυξημένοι.
*******
Η Bank of America τοποθετεί πλέον την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά στον πυρήνα των αγορών της περιοχής EEMEA, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο υπερεπενδεδυμένες αγορές για τα διεθνή ενεργά χαρτοφυλάκια. Οι σταθερές εισροές κεφαλαίων, η βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών και η ισχυρή παρουσία των τραπεζών έχουν μετατρέψει την Ελλάδα από τακτική επιλογή σε βασική επενδυτική τοποθέτηση.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες παραμένουν το βασικό σημείο αναφοράς για τα ξένα funds, λειτουργώντας ως «καθρέφτης» της ελληνικής οικονομίας. Η υψηλή κερδοφορία, η κεφαλαιακή επάρκεια και οι αποδόσεις προς τους μετόχους διατηρούν τις τραπεζικές μετοχές στις κορυφαίες επιλογές των επενδυτών. Ωστόσο, η αυξημένη συμμετοχή στα χαρτοφυλάκια δείχνει ότι το περιθώριο περαιτέρω ανόδου μέσω νέων τοποθετήσεων περιορίζεται.
Την ίδια στιγμή, η BofA εντοπίζει σημαντικές ευκαιρίες στις μετοχές ενέργειας και βιομηχανίας. Η Metlen και η ΔΕΗ εμφανίζονται υποεπενδεδυμένες σε σχέση με τα θεμελιώδη μεγέθη τους και τη στρατηγική τους σημασία, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις για μελλοντική ανακατανομή κεφαλαίων. Η αγορά φαίνεται να εισέρχεται σε φάση εσωτερικής μετακίνησης επενδύσεων, από τις τράπεζες προς εταιρείες με έντονο αναπτυξιακό και επενδυτικό χαρακτήρα.
Παράλληλα, οι εισροές προς τις αγορές της περιοχής παραμένουν ισχυρές, στηριζόμενες στις προσδοκίες για ασθενέστερο δολάριο και σταθερό οικονομικό περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα διατηρεί προνομιακή θέση, με το επόμενο επενδυτικό κύμα να αναμένεται να καθοριστεί από τη δυναμική της ενέργειας και των υποδομών.
*******
Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, επιβεβαίωσε τη βούληση Ελλάδας και Τουρκίας να διατηρήσουν «ήρεμα νερά» και να συνεχίσουν τον διάλογο, παρά τις σημαντικές διαφωνίες τους. Οι δύο ηγέτες τόνισαν τη σημασία της συνεργασίας απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις και της αποφυγής εντάσεων.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι στόχος της Ελλάδας είναι μια λειτουργική και αμοιβαία επωφελής σχέση, βασισμένη στο διεθνές δίκαιο. Αναφέρθηκε στην πρόοδο στον πολιτικό διάλογο, στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, στη συνεργασία για το μεταναστευτικό και στο πρόγραμμα βίζας για Τούρκους επισκέπτες στα ελληνικά νησιά. Τόνισε επίσης τη μείωση των μεταναστευτικών ροών και την ανάπτυξη του διμερούς εμπορίου.
Ο Μητσοτάκης επανέλαβε τη θέση ότι μοναδική διαφορά προς επίλυση είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και ζήτησε έμμεσα την άρση του casus belli. Για τις μειονότητες, υποστήριξε ότι η Συνθήκη της Λωζάνης καθορίζει σαφώς το καθεστώς τους. Αναφέρθηκε ακόμη στο Κυπριακό και στις διεθνείς εξελίξεις σε Ουκρανία, Γάζα και Συρία.
Από την πλευρά του, ο Ερντογάν υιοθέτησε χαμηλούς τόνους, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του διαλόγου και της καλής θέλησης. Υποστήριξε ότι τα προβλήματα στο Αιγαίο μπορούν να λυθούν ειρηνικά και επανέφερε το ζήτημα της «τουρκικής μειονότητας». Τόνισε επίσης τη σημασία της συνεργασίας στο εμπόριο, την ασφάλεια και τη Μέση Ανατολή.
Συνολικά, η συνάντηση ανέδειξε μια προσπάθεια σταθερότητας και συνεννόησης, με τις δύο χώρες να συμφωνούν ότι διαφωνούν, αλλά να επιλέγουν τον διάλογο ως βασικό εργαλείο επίλυσης διαφορών.




