Οι αναλυτές των Alpha Finance – AXIA Research εκτιμούνότι το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει εισέλθει σε έναν πολυετή ενάρετο κύκλο, μετά τη θετική απόδοση για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά το 2025, με ετήσια άνοδο 44,3% και συνολικές αποδόσεις 162% από το 2021. Οι αναλυτές προβλέπουν κέρδη 10%-20% για το 2026, στηριζόμενοι στη βελτίωση των εταιρικών αποτελεσμάτων και στο περαιτέρω re-rating της αγοράς.
Μετά από ένα στάσιμο 2025 για τα κέρδη, η Axia αναμένει αύξηση 7% το 2026, με κινητήρια δύναμη τους μη χρηματοοικονομικούς κλάδους και πιο ήπια ανάκαμψη στις τράπεζες. Παράλληλα, τα προγράμματα επαναγοράς μετοχών και οι αυξημένες διανομές κερδών εκτιμάται ότι θα ενισχύσουν τα κέρδη ανά μετοχή και την ελκυστικότητα της αγοράς.
Στο πεδίο των αποτιμήσεων, η Axia σημειώνει ότι η ελληνική αγορά παραμένει ελκυστική με discount άνω του 30%, τόσο έναντι του ιστορικού της όσο και σε σύγκριση με διεθνείς δείκτες. Καθώς το ρίσκο χώρας μειώνεται και ενισχύεται η βιωσιμότητα των κερδών, εκτιμάται ότι υπάρχουν περιθώρια σταδιακής σύγκλισης. Επιπλέον, η ενσωμάτωση στο δίκτυο του Euronext αναμένεται να ενισχύσει την ορατότητα των ελληνικών μετοχών.
Σε επίπεδο επιλογών Alpha Finance και AXIA Research εκτιμούν ξεχωρίζει την Τράπεζα Κύπρου από τον τραπεζικό κλάδο, ενώ από τον μη χρηματοοικονομικό προτιμά τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, τη ΔΕΗ, την Τιτάν και τη Jumbo. Παρά τους εξωτερικούς κινδύνους από το διεθνές περιβάλλον, η Axia θεωρεί ότι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής αγοράς παραμένουν ισχυρές.
*****
Η πρόσφατη απόφαση του Άρειου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια του Νόμου Κατσέλη δημιουργεί νέα δεδομένα για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι, παρά την αβεβαιότητα που παραμένει λόγω της μη δημοσίευσης του πλήρους σκεπτικού, ο πραγματικός αντίκτυπος αναμένεται να είναι διαχειρίσιμος. Ο βασικός λόγος είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των συγκεκριμένων δανείων έχει ήδη τιτλοποιηθεί και μεταφερθεί εκτός ισολογισμών μέσω του προγράμματος Πρόγραμμα Ηρακλής.
Οι εκτιμήσεις για το συνολικό ύψος των δανείων Κατσέλη κυμαίνονται μεταξύ 6 και 13 δισ. ευρώ, με τον αριθμό των δικαιούχων να εκτιμάται από 250.000 έως 350.000 άτομα. Ωστόσο, η καθαρή έκθεση των τραπεζών θεωρείται σημαντικά χαμηλότερη. Παράλληλα, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, όπως η πιθανή αναδρομική εφαρμογή της απόφασης και οι επιπτώσεις σε συνοφειλέτες, εγγυητές και κληρονόμους.
Σε επίπεδο αποτιμήσεων, η Goldman διατηρεί θετική στάση για τη Eurobank, την Τράπεζα Πειραιώς και την Alpha Bank, με συστάσεις Buy, ενώ για την Εθνική Τράπεζα υιοθετεί ουδέτερη στάση.
Συνολικά, παρά τη βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα, ο κλάδος εμφανίζεται ανθεκτικός, με περιορισμένη έκθεση στο συγκεκριμένο ζήτημα και με το ενδιαφέρον των επενδυτών να στρέφεται στα επόμενα οικονομικά αποτελέσματα.
******
Σύμφωνα με την Oxford Economics, η δεκαετία του 2020 μπορεί να αποτελέσει «δεκαετία της Ελλάδας», καθώς οι υπεραποδόσεις της οικονομίας αναμένεται να συνεχιστούν, έστω με χαμηλότερους ρυθμούς. Για το τρέχον έτος προβλέπεται ανάπτυξη 2,2%, ενώ έως το 2027 εκτιμάται επιβράδυνση στο 1,7%, κυρίως λόγω περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής και μείωσης των επενδύσεων μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ο οικονομολόγος Paolo Grignani εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με βασικό μοχλό την εσωτερική κατανάλωση. Παράλληλα, οι εξαγωγές και ο τουρισμός εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, με προοπτικές νέων ρεκόρ τα επόμενα χρόνια.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, η εικόνα παραμένει πιο σύνθετη. Η Oxford Economics προβλέπει ότι θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% έως το 2026, λόγω πιέσεων σε τρόφιμα, μισθούς και υπηρεσίες, πριν υποχωρήσει το 2027, με σημαντική αβεβαιότητα γύρω από αυτή την πρόβλεψη.
Σημαντικά ορόσημα αποτελούν η μείωση της ανεργίας κάτω από τα επίπεδα του 2008 και η ανάκαμψη της πραγματικής κατανάλωσης. Παράλληλα, η Ελλάδα αναμένεται να πάψει να είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα της Ευρωζώνης μετά το 2026.
Η μεταποίηση αναδεικνύεται σε θετικό παράγοντα ανάπτυξης, ιδίως μέσω της στροφής σε προϊόντα υψηλότερης ποιότητας. Ωστόσο, η μεγαλύτερη πρόκληση αφορά την αγορά εργασίας και τη δημογραφική γήρανση.
Κύριοι κίνδυνοι αποτελούν ένας πιθανός εμπορικός πόλεμος και οι διεθνείς οικονομικές αναταράξεις. Συνολικά, η Ελλάδα διατηρεί θετικές προοπτικές έως το 2030, με έμφαση πλέον στη βιωσιμότητα και όχι στην ταχύτητα της ανάπτυξης.




