Έχασε 10 δισ. λόγω του πολέμου το χρηματιστήριο, αφησε αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας η DBRS και το σχέδιο στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ήδη σημαντικές επιπτώσεις στο Χρηματιστήριο Αθηνών, προκαλώντας απώλειες 10,4 δισ. ευρώ στη συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς και πτώση 6,81% στον Γενικό Δείκτη. Παράλληλα, ο τραπεζικός δείκτης σημειώνει μεγαλύτερη πτώση, της τάξης του 8,35%, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών μειώθηκε από 157,1 δισ. ευρώ σε 146,7 δισ. ευρώ.

Από τις μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης, λίγες κατέγραψαν άνοδο, όπως η ΕΥΔΑΠ, τα ΕΛΠΕ και η Motor Oil. Αντίθετα, σημαντικές απώλειες εμφάνισαν εταιρείες όπως η Aegean Airlines, η Optima Bank, η Viohalco, η Elvalhalcor, η Τιτάν και η Πειραιώς. Πτώση σημείωσαν επίσης αρκετές μεγάλες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων η Eurobank, η ΔΕΗ, η Lamda, ο ΟΠΑΠ, η Alpha Bank και ο ΟΤΕ.

Η πορεία της αγοράς εξαρτάται κυρίως από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν. Σύμφωνα με τη Moody’s, ένα βασικό σενάριο διάρκειας 4–6 εβδομάδων θα έχει σχετικά περιορισμένες επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και στο παγκόσμιο εμπόριο. Ωστόσο, μεγαλύτερη διάρκεια θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές οικονομικές συνέπειες και αυξημένους πιστωτικούς κινδύνους.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι ορισμένες μετοχές διαθέτουν πιο «αμυντικά» χαρακτηριστικά, όπως ο ΟΤΕ, ο ΟΠΑΠ, η Jumbo και η ΕΥΔΑΠ. Παράλληλα, ενεργειακές εταιρείες μπορεί να επωφεληθούν βραχυπρόθεσμα από υψηλότερες τιμές ενέργειας, ενώ ο τουρισμός και οι αερομεταφορές ενδέχεται να επηρεαστούν αρνητικά. Τέλος, η άνοδος των τιμών πετρελαίου αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για την ελληνική οικονομία, καθώς κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι μπορεί να μειώσει το ελληνικό ΑΕΠ κατά περίπου 0,15%.

******

Η παρατεταμένη ένταση στη Μέση Ανατολή προκαλεί ανησυχία στο ελληνικό οικονομικό επιτελείο, με βασικό παράγοντα κινδύνου τη διάρκεια της κρίσης. Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και εξετάζουν τις πιθανές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Παρότι προς το παρόν επικρατεί ψυχραιμία, η κυβέρνηση δηλώνει έτοιμη να λάβει μέτρα στήριξης εάν επηρεαστούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η αύξηση των τιμών της ενέργειας. Η στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20%-30% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαταραχή μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές ανατιμήσεις σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια. Το θέμα αναμένεται να συζητηθεί έντονα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο στο Eurogroup όσο και στο Euro Summit.

Για την Ελλάδα, ένα ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να αυξήσει τον πληθωρισμό, να μειώσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και να αυξήσει το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στη βιομηχανία, την αγροτική παραγωγή και τις μεταφορές. Σύμφωνα με δυσμενές σενάριο του προϋπολογισμού, αν η τιμή του πετρελαίου ξεπεράσει για μεγάλο διάστημα τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις θα μειωθούν, ενώ ο πληθωρισμός μπορεί να φτάσει το 4,7%. Παράλληλα, η ανάπτυξη της οικονομίας θα επιβραδυνθεί.

Η κρίση ενδέχεται επίσης να επηρεάσει τον τουρισμό, τις επενδύσεις και τη ναυτιλία, ενώ αυξήσεις παρατηρούνται ήδη σε λιπάσματα και άλλα κόστη παραγωγής. Η κυβέρνηση σχεδιάζει ελέγχους στην αγορά και πιθανή ενεργοποίηση μέτρων στήριξης, αν η άνοδος των τιμών της ενέργειας διαρκέσει. Παρά τις προκλήσεις, το βασικό πακέτο φοροελαφρύνσεων για το 2027 παραμένει στον σχεδιασμό.

******

Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Morningstar DBRS διατήρησε την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας στη βαθμίδα ΒΒΒ, με σταθερή προοπτική. Η απόφαση αυτή δείχνει ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για το αξιόχρεο της χώρας θεωρούνται ισορροπημένοι, ενώ αναγνωρίζεται η πρόοδος που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια στη δημοσιονομική και οικονομική πολιτική.Η ελληνική οικονομία σημείωσε ανάπτυξη 2,3% το 2024, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, που ήταν 0,9%. Η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στην αύξηση της απασχόλησης και στις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά προγράμματα. Σημαντικό ρόλο παίζει και το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο περιλαμβάνει χρηματοδότηση περίπου 36,6 δισεκατομμυρίων ευρώ για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις.Παράλληλα, η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας παρουσιάζει βελτίωση. Το 2024 καταγράφηκε πλεόνασμα 1,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και πρωτογενές πλεόνασμα 4,8%, γεγονός που συνέβαλε στη σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται τα επόμενα χρόνια.Ωστόσο, η αξιολόγηση της χώρας εξακολουθεί να επηρεάζεται από ορισμένες αδυναμίες, όπως το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το σχετικά μικρό μέγεθος της οικονομίας. Επιπλέον, εξωτερικοί παράγοντες, όπως γεωπολιτικές εντάσεις, πιθανές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας ή περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο, μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την οικονομική πορεία της χώρας.Τέλος, ο τραπεζικός τομέας εμφανίζει σημαντική βελτίωση, καθώς έχουν μειωθεί σημαντικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και έχουν ενισχυθεί οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών.