Την αναβολή της γενικής συνέλευσης μέχρι τις 27/3 αποφάσισε η γενική συνέλευση των μετόχων της CrediaBank, μετά από αίτημα της Thrinvest. Βασικό θέμα της συνέλευσης ήταν η απόφαση για εξουσιοδότηση του ΔΣ της τράπεζας για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου μέχρι 300 εκατ. ευρώ και έως τις 31/12
Η επόμενη ημέρα για την CrediaBank χαρακτηρίζεται από ένα στρατηγικό πλάνο βιώσιμης ανάπτυξης και κερδοφορίας που βασίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες, όπως τόνισε η διευθύνουσα σύμβουλος Ελένη Βρεττού στη Γενική Συνέλευση της τράπεζας.
Πρώτος πυλώνας είναι η περαιτέρω ενίσχυση του μεριδίου αγοράς στην Ελλάδα. Η τράπεζα στοχεύει στην ανάπτυξη της παρουσίας της σε επιχειρήσεις όλων των μεγεθών, με ιδιαίτερη έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (SME), ενώ παράλληλα επεκτείνεται στη λιανική τραπεζική, τη διαχείριση περιουσίας και τις ασφαλιστικές υπηρεσίες. Κεντρική προτεραιότητα αποτελεί η κερδοφόρα ανάπτυξη με συνετές πολιτικές πιστοδότησης και τιμολόγησης.
Δεύτερος πυλώνας είναι η επιτάχυνση της ανάπτυξης στη Μάλτα μέσω της εξαγοράς της HSBC Malta. Η κίνηση αυτή αναμένεται να δημιουργήσει έναν ισχυρό περιφερειακό τραπεζικό όμιλο, την πέμπτη μεγαλύτερη τράπεζα στην Ελλάδα και τη δεύτερη μεγαλύτερη στη Μάλτα, με σημαντικές συνέργειες σε προϊόντα, χρηματοδότηση και λειτουργικό κόστος.
Τρίτος πυλώνας αποτελεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός, μέσω τριετούς επενδυτικού προγράμματος ύψους 60 εκατ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό ψηφιακών υπηρεσιών και εσωτερικών διαδικασιών, με στόχο τη βελτίωση της εμπειρίας πελάτη και την αύξηση της αποδοτικότητας.
Τέταρτος πυλώνας είναι η δημιουργία αξίας μέσω συνεργασιών και εξαγορών. Στο πλαίσιο αυτό, η τράπεζα βρίσκεται σε αποκλειστικές διαπραγματεύσεις με την Pantelakis Securities για την ενίσχυση των επενδυτικών υπηρεσιών.
Σε επίπεδο μεγεθών, η πιθανή εξαγορά της HSBC Malta θα διαμορφώσει συνολικό ενεργητικό 16,4 δισ. ευρώ, καταθέσεις 13,3 δισ. ευρώ και δάνεια 7,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα, το Διοικητικό Συμβούλιο αιτείται εξουσιοδότηση για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου έως 300 εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2026, προκειμένου να στηρίξει τα μελλοντικά σχέδια ανάπτυξης της τράπεζας.
*******
Η επερχόμενη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πραγματοποιείται σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει τους φόβους για νέο ενεργειακό σοκ και πιθανή επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων. Οι αγορές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει προς το παρόν τα επιτόκια στο 2%, ωστόσο οι επενδυτές αρχίζουν να τιμολογούν το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων αργότερα μέσα στο έτος.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας είναι ήδη σημαντική. Το πετρέλαιο έχει αυξηθεί περίπου 35% από την έναρξη της σύγκρουσης και περίπου 60% από την αρχή του έτους, ενώ οι τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν ενισχυθεί σχεδόν 60% μόνο τον τελευταίο μήνα. Η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της σύγκρουσης και τη λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών ενέργειας, ιδιαίτερα μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με παλαιότερη ανάλυση της ΕΚΤ, μια μόνιμη αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά 14% θα μπορούσε να αυξήσει τον πληθωρισμό κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες και να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη κατά 0,1%.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει διαμηνύσει ότι η τράπεζα θα δράσει εάν υπάρξουν ενδείξεις ότι ο πληθωρισμός ενδέχεται να παγιωθεί σε υψηλότερα επίπεδα. Παράλληλα, η συνεδρίαση αναμένεται να συνοδευτεί από νέες οικονομικές προβλέψεις και πιθανές αναλύσεις σεναρίων για την επίδραση της ενεργειακής κρίσης.
Τέλος, παραμένουν ανοιχτές οι συζητήσεις για το μέλλον της ηγεσίας της ΕΚΤ, αν και αρκετοί αναλυτές θεωρούν πιθανό η Λαγκάρντ να ολοκληρώσει τη θητεία της έως το 2027.
*******
Οι Έλληνες καταγράφουν τις περισσότερες ώρες εργασίας μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, σύμφωνα με ανάλυση της UBS. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εργάζονται κατά μέσο όρο 1.898 ώρες ετησίως, περισσότερες από τις περίπου 1.796 ώρες που εργάζεται ο μέσος εργαζόμενος στις Ηνωμένες Πολιτείες και σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνη που διαμορφώνεται στις 1.522 ώρες.
Παρότι οι ώρες εργασίας στη Ελλάδα έχουν μειωθεί σε σχέση με το παρελθόν –από περίπου 2.000 ώρες ετησίως το 2000– παραμένουν από τις υψηλότερες μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Ωστόσο, οι πολλές ώρες εργασίας δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα.
Σύμφωνα με παλαιότερη ανάλυση της DZ Bank, μία ώρα εργασίας στην Ελλάδα παράγει περίπου 48,3 δολάρια αγοραστικής δύναμης (PPP), σημαντικά χαμηλότερα από χώρες όπως το Λουξεμβούργο (163 δολάρια), η Ιρλανδία (138 δολάρια), η Ολλανδία (89,5 δολάρια) και η Γερμανία (79 δολάρια).
Η UBS σημειώνει ότι η Ευρώπη συνολικά εργάζεται περίπου 15% λιγότερες ώρες από τις ΗΠΑ, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στις περισσότερες ημέρες άδειας, στην ευρύτερη χρήση της μερικής απασχόλησης και σε αυστηρότερες ρυθμίσεις για τις υπερωρίες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, τις περισσότερες ώρες εργασίας καταγράφουν χώρες της Λατινικής Αμερικής, με την Κολομβία να φτάνει τις 2.252 ώρες ετησίως.




