
Η ευρωπαϊκή οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο έντονων προκλήσεων, με την Berenberg Bank να προειδοποιεί για ένα προσωρινό επεισόδιο στασιμοπληθωρισμού, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης των γεωπολιτικών συνθηκών. Ωστόσο, το βασικό σενάριο του γερμανικού οίκου αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας, καθώς εκτιμά ότι τα χειρότερα στο μέτωπο του πολέμου στο Ιράν θα έχουν ολοκληρωθεί έως τα τέλη Απριλίου, ανοίγοντας τον δρόμο για μια μεταπολεμική ανάκαμψη που θα οδηγήσει σε «μίνι-μπουμ» τα επόμενα χρόνια.
Οι αναλυτές της Berenberg επισημαίνουν ότι η ευρωπαϊκή οικονομία δέχεται ισχυρές πιέσεις από έναν συνδυασμό παραγόντων. Οι εμπορικές πολιτικές του Donald Trump, η επιθετική εξαγωγική στρατηγική της Κίνας και οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ανακόπτουν την αναπτυξιακή πορεία της Ευρώπης, οδηγώντας σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης για το 2026 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παρά τη δυσμενή αυτή συγκυρία, ο οίκος υπογραμμίζει ότι τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας παραμένουν ισχυρά, καθώς ήδη από το 2025 καταγραφόταν θετική δυναμική, η οποία ενισχυόταν περαιτέρω από τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, τα θετικά αυτά θεμελιώδη θα επανέλθουν στο προσκήνιο μόλις αποκλιμακωθούν οι γεωπολιτικές εντάσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη Γερμανία, η οποία αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, επιταχύνοντας τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και διατηρώντας τις δημοσιονομικές δαπάνες σε υψηλά επίπεδα, ως απάντηση στις πιέσεις του στασιμοπληθωρισμού.
Η πορεία της ανάκαμψης περιγράφεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο, η Ευρωζώνη αναμένεται να επιστρέψει έως το 2027 σε ρυθμούς ανάπτυξης αντίστοιχους με εκείνους του 2025, αφήνοντας πίσω την περίοδο επιβράδυνσης. Στο δεύτερο στάδιο, θα ενεργοποιηθεί ένας ενάρετος κύκλος, όπου η ισχυρότερη οικονομική δραστηριότητα και η βελτίωση της αγοράς εργασίας θα ενισχύσουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Αυτός ο μηχανισμός εκτιμάται ότι θα οδηγήσει την οικονομία της Ευρωζώνης σε ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 1,5% έως το 2028, επίπεδο που η Berenberg χαρακτηρίζει ως «μίνι-μπουμ» για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Σε αντίθεση με την Ευρώπη, η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών εμφανίζει βραχυπρόθεσμα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, διατηρώντας ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 2%, χάρη στη σημαντική δημοσιονομική ώθηση και τη μικρότερη έκθεση στους γεωπολιτικούς κινδύνους της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν αναμένεται να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Η Berenberg εκτιμά ότι η στρέβλωση στην κατανομή κεφαλαίων λόγω δασμών, η αβεβαιότητα γύρω από τις πολιτικές Trump και η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική θα επιβαρύνουν την αμερικανική οικονομία, οδηγώντας σε επιβράδυνση προς το 1,5% τα επόμενα χρόνια. Έτσι, διαμορφώνεται μια προοπτική σύγκλισης, με την Ευρώπη να καλύπτει σταδιακά το αναπτυξιακό χάσμα που τη χωρίζει από τις ΗΠΑ.
Παρά το θετικό αυτό αφήγημα, οι κίνδυνοι παραμένουν. Ο σημαντικότερος αφορά ένα ενδεχόμενο παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, που θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέες αναταράξεις στην ενέργεια και στον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή, καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της οικονομίας είναι η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η Berenberg εκτιμά ότι, αν και οι πληθωριστικές πιέσεις είναι σαφώς ηπιότερες σε σχέση με το 2022, μια ενδεχόμενη αντίδραση της ΕΚΤ με αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρωζώνη σε μια «αχρείαστη μίνι-ύφεση» στα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027. Σε αυτό το σενάριο, η οικονομία θα δεχόταν ένα προσωρινό πλήγμα πριν επανέλθει σε τροχιά ανάκαμψης.
Συνολικά, το βασικό σενάριο του οίκου παραμένει θετικό, υπό την προϋπόθεση ότι η νομισματική πολιτική θα παραμείνει σταθερή. Οι αναλυτές εκφράζουν την εκτίμηση ότι η ΕΚΤ δεν θα προχωρήσει σε αλλαγές επιτοκίων, επιτρέποντας στην ευρωπαϊκή οικονομία να ξεπεράσει τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις και να εισέλθει σε μια περίοδο σταδιακής αλλά ουσιαστικής ενίσχυσης της ανάπτυξης.































