Alpha Bank: Κάτω από 2% η ανάπτυξη το 2026 λόγω Μέσης Ανατολής – Πιέσεις σε πληθωρισμό και οικονομία

Με ισχυρότερες μακροοικονομικές βάσεις και αυξημένη συμβολή των επενδύσεων ξεκίνησε το 2026 για την ελληνική οικονομία, ωστόσο η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή ανατρέπει μέρος των αισιόδοξων εκτιμήσεων για την πορεία της ανάπτυξης και του πληθωρισμού.

Σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank, η ελληνική οικονομία εισήλθε στη νέα χρονιά με βελτιωμένη αξιοπιστία, ενισχυμένες επενδύσεις και θετικές προοπτικές, με τις επενδύσεις να αποτελούν για πρώτη φορά μετά την πανδημία τον βασικό μοχλό συνεισφοράς στο ετήσιο ποσοστό ανάπτυξης.

Ωστόσο, η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και η αύξηση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας δημιουργούν ένα πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον, με τις προβλέψεις για την ελληνική οικονομία να αναθεωρούνται προς τα κάτω.

Όπως επισημαίνει η τράπεζα, μετά το ξέσπασμα του πολέμου, τόσο εγχώριοι όσο και διεθνείς οργανισμοί εκτιμούν πλέον ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα κινηθεί κάτω από το 2% το 2026, περίπου κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις.

Η αναθεώρηση αυτή αποδίδεται κυρίως στην επιβράδυνση της διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας, στις αυξημένες ενεργειακές πιέσεις και στην ενίσχυση της αβεβαιότητας στις αγορές, που επηρεάζουν τόσο την κατανάλωση όσο και τις επενδυτικές αποφάσεις.

Παράλληλα, οι πληθωριστικές πιέσεις επανέρχονται στο προσκήνιο, καθώς η νέα ενεργειακή κρίση οδηγεί σε υψηλότερο κόστος καυσίμων, μεταφορών και παραγωγής.

Η Alpha Bank σημειώνει ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,4% το 2026, με τις νεότερες προβλέψεις να είναι πλέον αυξημένες κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις πριν από την κρίση στη Μέση Ανατολή.

Παρά το δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον, η τράπεζα εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά στηρίγματα, όπως η ισχυρή πορεία των επενδύσεων, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, η ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος και η ενίσχυση της εξωστρέφειας.

Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη γεωπολιτική αστάθεια και η διατήρηση υψηλών τιμών ενέργειας ενδέχεται να περιορίσουν την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας και να καθυστερήσουν την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο τόσο για τις ευρωπαϊκές οικονομίες όσο και για την Ελλάδα, καθώς οι αγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών και τις επιπτώσεις στο ενεργειακό κόστος και στην επενδυτική δραστηριότητα.

Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας, η Alpha Bank σημειώνει ότι η χώρα δεν εισάγει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο από το Ιράν. Σύμφωνα με στοιχεία του 2024, όλες οι εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών (εξαιρουμένου του LNG) προέρχονταν κυρίως από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ πάνω από το 60% των εισαγωγών αργού πετρελαίου προέρχονταν από το Ιράκ, το Καζακστάν και τη Λιβύη. Ωστόσο, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας με σημαντική εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, η Ελλάδα παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις των παγκόσμιων τιμών ενέργειας. Το 2024, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αντιπροσώπευαν το 61% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, ένα από τα υψηλότερα μερίδια στην Ε.Ε. Σε αυτό το πλαίσιο, η παράταση ή η κλιμάκωση του πολέμου θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ελληνική οικονομία, μέσω πολλαπλών και διασυνδεδεμένων οικονομικών και τομεακών διαύλων μετάδοσης:

Ενέργεια και πληθωρισμός: Το 2025, ο μέσος εναρμονισμένος πληθωρισμός ήταν 2,9% έναντι 2,1% στην Ευρωζώνη, κυρίως λόγω του επίμονου πληθωρισμού των υπηρεσιών (4,8%). Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2026, ο συνολικός πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,4% και επιταχύνθηκε στο 4,6%, αντανακλώντας κυρίως την απότομη αύξηση του πληθωρισμού της ενέργειας. Ένα παρατεταμένο σοκ από την πλευρά της προσφοράς που προκύπτει από την άνοδο των τιμών της ενέργειας θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος παραγωγής, να ενισχύσει τις πληθωριστικές προσδοκίες και να οδηγήσει στη διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος, ιδίως στα καύσιμα, τονίζει η Alpha Bank. Ταυτόχρονα, οι μεγαλύτερες ναυτιλιακές διαδρομές και το υψηλότερο κόστος μεταφοράς και ασφάλισης είναι πιθανό να επηρεάσουν αρνητικά τη ναυτιλιακή δραστηριότητα, τις εξαγωγές και την προβλεψιμότητα των αλυσίδων εφοδιασμού. Όπως παρατηρήθηκε μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, αυτές οι εξελίξεις θα μπορούσαν να έχουν δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλα στοιχεία του δείκτη τιμών καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων.

Τουρισμός: Ο ελληνικός τουρισμός διατήρησε την ισχυρή του δυναμική το 2025, σηματοδοτώντας την 3η συνεχόμενη χρονιά επιδόσεων-ρεκόρ. Οι διεθνείς αφίξεις τουριστών (εκτός κρουαζιέρων) έφτασαν τα 38 εκατομμύρια επισκέπτες, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν σε 23,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, ξεπερνώντας τα ιστορικά υψηλά του 2024 κατά 5,6% και 9,4% αντίστοιχα. Η επίδοση οφείλεται στις αυξανόμενες αφίξεις και εισπράξεις από βασικές ευρωπαϊκές αγορές, π.χ. Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Γαλλία, καθώς και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η άμεση συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία (το μερίδιο των τομέων διαμονής και εστίασης στο σύνολο της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας) ήταν η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε. το 2024, μετά την Κροατία. Έτσι, μια γενικευμένη κρίση ασφάλειας θα μπορούσε να διαταράξει αυτή τη θετική πορεία, λόγω του αυξημένου κινδύνου που επηρεάζει τα ταξίδια στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, μαζί με ένα πλήγμα στη δραστηριότητα των κρουαζιέρων. Αυτό μπορεί να ασκήσει πιέσεις στις ταξιδιωτικές εισπράξεις, ιδίως στις περιόδους αιχμής. Παρ ‘όλα αυτά, η ισχυρή απόδοση του κλάδου μετά την πανδημία υπογραμμίζει την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας ως παγκόσμιου τουριστικού προορισμού. Σε περίπτωση που η σύγκρουση παραμείνει υπό έλεγχο, η Ελλάδα θα μπορούσε ενδεχομένως να κερδίσει μερίδιο αγοράς, επωφελούμενη από ένα πιθανό φαινόμενο υποκατάστασης παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε κατά την Αραβική Άνοιξη στις αρχές της δεκαετίας του 2010, σημειώνει η ανάλυση.

Επενδύσεις και Οικονομικό Κλίμα: Η παρατεταμένη αβεβαιότητα μπορεί να καθυστερήσει τις επενδυτικές αποφάσεις, ιδίως σε μεγαλύτερα έργα ή σε κλάδους με έκθεση στο εξωτερικό. Το timing είναι κρίσιμο, καθώς το 2026 σηματοδοτεί το τελευταίο έτος για την υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και την πλήρη απορρόφηση των πόρων του. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να επιταχύνουν την ολοκλήρωση όλων των σχετικών στόχων και οροσήμων για να διασφαλίσουν την πλήρη αξιοποίηση των πόρων. Έτσι, το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας, ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις και υποστηρίζοντας την οικονομική δραστηριότητα, εκτιμούν οι αναλυτές.

Εν μέσω αυξημένης παγκόσμιας αστάθειας, η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η επίτευξη περαιτέρω προόδου στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η διασφάλιση της αδιάλειπτης υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης και η προώθηση της ενεργειακής διαφοροποίησης είναι κρίσιμες για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής και τον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων, καταλήγει η Alpha Bank.