
Η πιστωτική επέκταση προς την πραγματική οικονομία εμφάνισε σαφή σημάδια επιβράδυνσης τον Απρίλιο, καθώς η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις κατέγραψε καθαρή μηνιαία εκροή 1,15 δισ. ευρώ, την ώρα που τα νοικοκυριά ενίσχυσαν σημαντικά τις αποταμιεύσεις τους. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας υποχώρησε στο 3,9% από 4,5% τον Μάρτιο, επιβεβαιώνοντας την επιβράδυνση της πιστωτικής δραστηριότητας.
Η μεγαλύτερη μεταβολή καταγράφηκε στις επιχειρήσεις, όπου η μηνιαία καθαρή ροή χρηματοδότησης διαμορφώθηκε στα -1,15 δισ. ευρώ, έναντι θετικής ροής 2,23 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της επιχειρηματικής χρηματοδότησης περιορίστηκε στο 8,8% από 10,1%.
Αντίστοιχα, αρνητική ήταν η εικόνα και για τους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις, με καθαρή εκροή 54 εκατ. ευρώ, ενώ και η χρηματοδότηση προς νοικοκυριά και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα γύρισε σε αρνητικό πρόσημο, καταγράφοντας εκροή 13 εκατ. ευρώ.
Στο μέτωπο των καταθέσεων, τα νοικοκυριά εμφανίζονται πιο ισχυρά, αυξάνοντας τις τοποθετήσεις τους κατά 869 εκατ. ευρώ τον Απρίλιο, έναντι μείωσης 374 εκατ. ευρώ τον Μάρτιο. Αντίθετα, οι επιχειρηματικές καταθέσεις μειώθηκαν κατά 935 εκατ. ευρώ. Συνολικά, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα υποχώρησαν κατά 66 εκατ. ευρώ, ωστόσο ο ετήσιος ρυθμός αύξησής τους ενισχύθηκε στο 5,8%, ενώ ο συνολικός ρυθμός αύξησης των καταθέσεων στην οικονομία ανήλθε στο 6,4% από 5,8% τον προηγούμενο μήνα.
*******
Η νέα ισχυρή επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ελλάδα προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου στην ενέργεια και τις εφοδιαστικές αλυσίδες συνεχίζουν να μεταφέρονται στην πραγματική οικονομία. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5% τον Μάιο από 4,6% τον Απρίλιο, καταγράφοντας μία από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην τρίτη θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. με τον υψηλότερο πληθωρισμό, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία (6,3%) και τη Λιθουανία (5,1%). Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Ανησυχία προκαλεί και η εικόνα στην Ευρωζώνη, όπου ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,2% από 3%, ξεπερνώντας για πρώτη φορά από το 2023 το όριο του 3%. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές ενέργειας και τροφίμων, επιταχύνθηκε στο 2,5% από 2,2%, υποδηλώνοντας ότι οι ανατιμήσεις αρχίζουν να διαχέονται σε όλο το φάσμα της οικονομίας.
Τα νέα στοιχεία ενισχύουν τα σενάρια για αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνεδρίαση του Ιουνίου, καθώς η μάχη κατά του πληθωρισμού παραμένει η κορυφαία προτεραιότητα των ευρωπαϊκών νομισματικών αρχών. Οι αγορές προεξοφλούν πλέον ότι οι πιέσεις στις τιμές θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα και κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
*******
Την εμπιστοσύνη της στις προοπτικές της Alpha Bank επαναβεβαιώνει η Jefferies, αυξάνοντας την τιμή-στόχο στα 5 ευρώ από 4,85 ευρώ και διατηρώντας τη σύσταση «Buy», καθώς διαπιστώνει ότι οι υποκείμενες τάσεις κερδοφορίας παραμένουν ισχυρές παρά το αβέβαιο οικονομικό περιβάλλον.
Ο διεθνής επενδυτικός οίκος χαρακτηρίζει την Alpha Bank ως μια «μηχανή παραγωγής προμηθειών», επισημαίνοντας ότι τα σχετικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 30% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, συμπεριλαμβανομένης της συμβολής των πρόσφατων εξαγορών. Ακόμη και χωρίς την επίδραση των εξαγορών, οι προμήθειες κατέγραψαν αύξηση 20%, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του βασικού επιχειρηματικού μοντέλου.
Η Jefferies αναβαθμίζει κατά 3% τις εκτιμήσεις της για τα κέρδη ανά μετοχή των ετών 2026 και 2027, κυρίως λόγω των υψηλότερων προσδοκιών για τα έσοδα από προμήθειες. Παράλληλα, εκτιμά ότι οι εξαγορές των AstroBank, Alpha Trust και Altius θα ενισχύσουν τα κέρδη ανά μετοχή άνω του 9% με περιορισμένη κεφαλαιακή επιβάρυνση.
Παρά τις έκτακτες επιβαρύνσεις του πρώτου τριμήνου από το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και τις χαμηλότερες συνεισφορές συγγενών εταιρειών, η διοίκηση διατήρησε αμετάβλητο τον στόχο για καθαρά κέρδη 950 εκατ. ευρώ το 2026. Σύμφωνα με τη Jefferies, η τράπεζα εισέρχεται σε φάση ισχυρότερης οργανικής ανάπτυξης, με τα πλήρη οφέλη των στρατηγικών κινήσεων να αναμένονται από το 2027 και μετά.




