Ο πόλεμος ανάβει φωτιές στην οικονομία: Η ΕΚΤ ετοιμάζει το πρώτο σοκ επιτοκίων μετά το 2023

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις δυσκολότερες αποφάσεις των τελευταίων ετών, καθώς καλείται να αντιμετωπίσει έναν νέο πληθωριστικό κύκλο που τροφοδοτείται από την ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή, την ώρα που η οικονομία της Ευρωζώνης εμφανίζει ήδη σημάδια επιβράδυνσης.

Όλα δείχνουν ότι στη συνεδρίαση της ερχόμενης Πέμπτης η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε αύξηση του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντάς το στο 2,25%, στην πρώτη αύξηση μετά από περισσότερο από δυόμισι χρόνια. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί ουσιαστικά το τέλος της περιόδου χαλάρωσης που ακολούθησε τη μεγάλη αποκλιμάκωση των επιτοκίων από το 4% στο 2% κατά την περίοδο Ιουνίου 2024 – Ιουνίου 2025.

Καθοριστικό ρόλο στη μεταστροφή της νομισματικής πολιτικής διαδραματίζει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ο οποίος διανύει ήδη τον τέταρτο μήνα του χωρίς σαφή προοπτική αποκλιμάκωσης. Η παρατεταμένη διαταραχή στις ενεργειακές ροές, σε συνδυασμό με το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έχει διατηρήσει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σε υψηλά επίπεδα, επηρεάζοντας πλέον όχι μόνο το ενεργειακό κόστος αλλά και το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.

Το στίγμα των προθέσεων της ΕΚΤ έδωσε η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Τράπεζας, υπογραμμίζοντας ότι οι αυξήσεις επιτοκίων καθίστανται αναγκαίες καθώς η διάρκεια της κρίσης ξεπερνά κατά πολύ τις αρχικές εκτιμήσεις. Σύμφωνα με την ίδια, ακόμη και στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής είναι τέτοιες που η επαναφορά των τιμών στα προ κρίσης επίπεδα δεν μπορεί να θεωρείται άμεση.

Η ανησυχία της Φρανκφούρτης εστιάζεται πλέον στις λεγόμενες δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις. Ενώ αρχικά η άνοδος των τιμών περιοριζόταν στην ενέργεια, πλέον καταγράφεται διάχυση σε ευρύτερους τομείς της οικονομίας. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,2% τον Μάιο, από 3% τον Απρίλιο και μόλις 1,9% τον Φεβρουάριο. Οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 10,9%, ενώ οι υπηρεσίες και τα βιομηχανικά προϊόντα κατέγραψαν επίσης επιτάχυνση των ανατιμήσεων, στοιχείο που παραδοσιακά προβληματίζει ιδιαίτερα τις κεντρικές τράπεζες.

Την ίδια στιγμή, όμως, η οικονομία της Ευρωζώνης στέλνει ανησυχητικά μηνύματα. Το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 0,2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ οι δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας δείχνουν ότι η αδυναμία συνεχίζεται και στο δεύτερο τρίμηνο. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της S&P Global, Κρις Γουίλιαμσον, εκτιμά ότι χωρίς ουσιαστική βελτίωση μέσα στον Ιούνιο, η οικονομία θα μπορούσε να καταγράψει νέα συρρίκνωση της τάξης του 0,2%.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ. Από τη μία πλευρά, η επιμονή του πληθωρισμού απαιτεί αυστηρότερη νομισματική πολιτική. Από την άλλη, η αύξηση του κόστους δανεισμού απειλεί να επιβραδύνει περαιτέρω την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα, αυξάνοντας τον κίνδυνο ύφεσης.

Οι αγορές ήδη προεξοφλούν ότι η επικείμενη αύξηση ενδέχεται να μην είναι η τελευταία. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση του Reuters, περίπου το 60% των οικονομολόγων αναμένει και δεύτερη αύξηση επιτοκίων εντός του 2026, πιθανότατα τον Σεπτέμβριο, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχιστούν.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται ιδιαίτερα κρίσιμο για τη Φρανκφούρτη. Η πορεία του πολέμου, οι εξελίξεις στην αγορά ενέργειας και η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας θα καθορίσουν εάν η ΕΚΤ θα περιοριστεί σε μία προληπτική κίνηση ή εάν θα εγκαινιάσει έναν νέο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων. Σε κάθε περίπτωση, η μάχη κατά του πληθωρισμού φαίνεται πως επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής.