Πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023 από την ΕΚΤ, συνεχίζεται η άνοδος στα επαγγελματικά ακίνητα και η UBS “βλέπει” άνοδο 25% στα κέρδη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων

Στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023 προχώρησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σηματοδοτώντας την έναρξη της αντίδρασής της στις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η νέα ενεργειακή κρίση. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,25%, ενώ από τις 17 Ιουνίου τα επιτόκια κύριας αναχρηματοδότησης και οριακής χρηματοδότησης θα διαμορφωθούν στο 2,40% και 2,65% αντίστοιχα.

Η απόφαση θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό προεξοφλημένη από τις αγορές, καθώς ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έχει επιταχυνθεί στο 3,2%, σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2%. Ωστόσο, η αδύναμη οικονομική ανάπτυξη έχει πυροδοτήσει έντονη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο η αυστηρότερη νομισματική πολιτική ενέχει κινδύνους για την οικονομική δραστηριότητα.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, χαρακτήρισε την κίνηση «καλή και αποφασιστική απόφαση νομισματικής πολιτικής», υπογραμμίζοντας ότι το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο αποδεικνύεται πιο επίμονο και εκτεταμένο από τις αρχικές εκτιμήσεις. Όπως τόνισε, η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στις τιμές της ενέργειας, αλλά επηρεάζει ευρύτερα την οικονομία μέσω δευτερογενών επιδράσεων σε αγαθά και υπηρεσίες.

Παράλληλα, απέφυγε να προεξοφλήσει νέα αύξηση επιτοκίων, επαναλαμβάνοντας ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Η ΕΚΤ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο έως το πρώτο εξάμηνο του 2027, ενώ η πορεία της ανάπτυξης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του πολέμου, τις εξελίξεις στις ενεργειακές αγορές και τη λειτουργία των διεθνών εμπορικών και ναυτιλιακών διαδρόμων.

******

Ανοδική πορεία συνέχισαν να καταγράφουν το 2025 οι τιμές των επαγγελματικών ακινήτων στην Ελλάδα, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς σε ορισμένες κατηγορίες, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η αγορά εξακολουθεί να στηρίζεται από τη ζήτηση για σύγχρονους χώρους υψηλών προδιαγραφών, με την Αθήνα να διατηρεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στα γραφεία όσο και στα καταστήματα.

Ειδικότερα, οι τιμές των γραφείων υψηλών προδιαγραφών αυξήθηκαν κατά 5,1% σε ετήσια βάση το 2025, διατηρώντας τον ίδιο ρυθμό με το 2024. Η ισχυρότερη επίδοση καταγράφηκε στην Αθήνα, όπου οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 7%, έναντι 4,2% στη Θεσσαλονίκη και 2,5% στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αντίστοιχα, τα μισθώματα γραφείων αυξήθηκαν οριακά κατά 0,8% σε πανελλαδικό επίπεδο, με την Αθήνα να ξεχωρίζει και πάλι με άνοδο 5,5%.

Θετική παρέμεινε και η εικόνα στην αγορά των καταστημάτων. Οι τιμές καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών αυξήθηκαν κατά 4,8% το 2025, ενώ τα μισθώματα ενισχύθηκαν κατά 3,6%. Στην Αττική οι τιμές των καταστημάτων σημείωσαν άνοδο 5,3% και τα μισθώματα 5,7%, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση ισχυρής ζήτησης στους εμπορικούς δρόμους υψηλής προβολής.

Τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι η αγορά επαγγελματικών ακινήτων εξακολουθεί να αναπτύσσεται, με τις αποδόσεις να παραμένουν ελκυστικές για επενδυτές και θεσμικά χαρτοφυλάκια. Ωστόσο, η επιβράδυνση των αυξήσεων σε ορισμένες περιοχές εκτός Αττικής υποδηλώνει ότι η ανάπτυξη γίνεται πλέον πιο επιλεκτική, με το ενδιαφέρον να συγκεντρώνεται κυρίως σε ακίνητα υψηλής ποιότητας και σε τοποθεσίες με ισχυρά θεμελιώδη χαρακτηριστικά.

******

Θετική παραμένει η UBS για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών μετοχών, εκτιμώντας ότι η βελτίωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, οι διαρθρωτικές ευκαιρίες ανάπτυξης και οι ελκυστικές αποτιμήσεις εξακολουθούν να στηρίζουν την αγορά. Ωστόσο, η ελβετική τράπεζα εμφανίζεται πιο επιφυλακτική για το βραχυπρόθεσμο διάστημα, καθώς διαπιστώνει περιορισμένους καταλύτες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα νέο ισχυρό ανοδικό κύμα.

Η UBS προβλέπει σχεδόν 25% αύξηση των εταιρικών κερδών στην Ευρώπη μέσα στην επόμενη διετία, μετά από μια τριετία στασιμότητας. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην αναμενόμενη ανάκαμψη της μεταποίησης, στη διατήρηση του ελέγχου του κόστους από τις επιχειρήσεις και σε μακροπρόθεσμες τάσεις όπως η ηλεκτροποίηση, ο αυτοματισμός και η τεχνητή νοημοσύνη.

Παρά το θετικό μακροπρόθεσμο αφήγημα, η τράπεζα προχώρησε σε υποβάθμιση του ευρωπαϊκού τεχνολογικού κλάδου από «Attractive» σε «Neutral». Όπως επισημαίνει, μετά το ράλι περίπου 40% από τις αρχές του έτους, οι αποτιμήσεις έχουν γίνει απαιτητικές, ενώ οι προσδοκίες για τον κλάδο προσεγγίζουν επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί την περίοδο της «φούσκας» των dot-com.

Η UBS εξακολουθεί να προτιμά τη βιομηχανία, τα καταναλωτικά αγαθά διακριτικής δαπάνης, την υγεία και τα ακίνητα, ενώ ξεχωρίζει τις επενδυτικές θεματικές «Luxury & Lifestyles», «European Leaders» και «Swiss High-Quality Dividends».

Στο βασικό της σενάριο αναμένει συνέχιση της ανόδου των ευρωπαϊκών αγορών με πιο σταδιακό ρυθμό, ενώ στο αισιόδοξο σενάριο τοποθετεί τον EuroStoxx 50 στις 7.400 μονάδες έως τα μέσα του 2027. Αντίθετα, σε περίπτωση παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης και επιδείνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος, δεν αποκλείει υποχώρηση του δείκτη έως τις 4.700 μονάδες.