
Αναθεωρεί το χαρτοφυλάκιο των κορυφαίων επενδυτικών της επιλογών η Eurobank Equities, αντικαθιστώντας την Τράπεζα Πειραιώς με την Alpha Bank, καθώς θεωρεί ότι η δεύτερη προσφέρει πλέον πιο ελκυστική σχέση κινδύνου-απόδοσης μετά τη σχετική υποαπόδοσή της από τις αρχές του έτους.
Όπως επισημαίνει η χρηματιστηριακή, η Alpha Bank διαπραγματεύεται μόλις στο 1,17x του εκτιμώμενου δείκτη P/TBV για το 2026, σημαντικά χαμηλότερα από το περίπου 1,5x στο οποίο αποτιμώνται οι υπόλοιπες συστημικές τράπεζες. Παράλληλα, η μετοχή έχει υποαποδώσει του τραπεζικού κλάδου κατά περίπου 7% από την αρχή του έτους, παρά το γεγονός ότι το χάσμα κερδοφορίας με τους ανταγωνιστές της αναμένεται να μειωθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Η Eurobank Equities εκτιμά ότι οι πρόσφατες εξαγορές, η βελτίωση της εκτέλεσης του επιχειρηματικού σχεδίου και η σταδιακή ενσωμάτωση των νέων δραστηριοτήτων μπορούν να οδηγήσουν σε σύγκλιση της αποτίμησης της Alpha με εκείνη των υπόλοιπων τραπεζών. Επιπλέον, η στρατηγική συμμετοχή της UniCredit προσφέρει πρόσθετη αξία μέσω πιθανών μελλοντικών εταιρικών κινήσεων, στοιχείο που, σύμφωνα με τους αναλυτές, δεν αποτυπώνεται ακόμη στην τρέχουσα τιμή της μετοχής.
Η χρηματιστηριακή διατηρεί σύσταση «Buy» τόσο για την Alpha Bank όσο και για την Τράπεζα Πειραιώς, ενώ παραμένει θετική για το σύνολο του ελληνικού τραπεζικού κλάδου, εκτιμώντας ότι η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών κινδύνων μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω συμπίεση των ασφαλίστρων κινδύνου και σε υψηλότερες αποτιμήσεις.
*******
Η Ελλάδα παρέμεινε το 2025 στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όρους αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώνεται μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ε.Ε., τοποθετώντας τη χώρα στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία και καταδεικνύοντας ότι η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να παραμένει μεγάλη.
Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών και τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εξακολουθεί να υπολείπεται κατά 32% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η εικόνα είναι αισθητά δυσμενέστερη σε σύγκριση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που επλήγησαν επίσης από την κρίση χρέους, καθώς η Πορτογαλία βρίσκεται στο 81% του μέσου όρου της Ε.Ε., η Ισπανία στο 92% και η Ιταλία στο 96%.
Στον αντίποδα, οι υψηλότερες επιδόσεις καταγράφονται στο Λουξεμβούργο, όπου η αγοραστική δύναμη είναι κατά 39% υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στην Ιρλανδία με 38% και στην Ολλανδία με 33%.
Τα στοιχεία δείχνουν πάντως ότι η Ελλάδα έχει συγκλίνει περισσότερο σε ό,τι αφορά το επίπεδο των τιμών. Η τελική καταναλωτική δαπάνη ανά κάτοικο ανέρχεται στο 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που σημαίνει ότι οι τιμές πλησιάζουν τα ευρωπαϊκά επίπεδα πολύ ταχύτερα από ό,τι τα εισοδήματα, διατηρώντας την πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά.
*******
Η πιθανή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ δεν αρκεί για να απομακρύνει το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με τις τοποθετήσεις κορυφαίων αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Christine Lagarde, υπογράμμισε ότι οι πληθωριστικές επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ έχουν ήδη περάσει στην οικονομία, ενώ ο Peter Kazimir σημείωσε ότι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος θα παραμείνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της τιμής του πετρελαίου από τα υψηλά του πολέμου, οι τιμές εξακολουθούν να κινούνται πάνω από τα επίπεδα των αρχών του έτους.
Σύμφωνα με στελέχη της ΕΚΤ, η αποκατάσταση των ενεργειακών υποδομών και η πλήρης επαναφορά των εφοδιαστικών αλυσίδων απαιτούν χρόνο, ενώ οι πιέσεις σε μισθούς και τιμές αγαθών ενδέχεται να διατηρήσουν τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα. Οι αγορές συνεχίζουν να προεξοφλούν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Philip Lane, προειδοποίησε ότι οι αυξημένες τιμές ενέργειας των τελευταίων μηνών θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τον πληθωρισμό μέσω των τροφίμων, των αγαθών και των υπηρεσιών. Παρότι το βασικό σενάριο προβλέπει επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2% το 2028, η ΕΚΤ εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει αυστηρή στάση, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν.




