
Η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια, με τις συστημικές τράπεζες να έχουν πλέον επανέλθει σε τροχιά πλήρους εξομάλυνσης, συγκλίνοντας σταθερά με τις κορυφαίες ευρωπαϊκές τράπεζες. Η αποκατάσταση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, η υψηλή οργανική κερδοφορία, η σημαντική βελτίωση της ποιότητας των χαρτοφυλακίων και η ισχυρή ρευστότητα συνθέτουν ένα ιδιαίτερα θετικό επενδυτικό αφήγημα, το οποίο επιβεβαιώνεται τόσο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Ελλάδος όσο και από τους μεγαλύτερους διεθνείς επενδυτικούς οίκους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά το εντυπωσιακό ράλι των τραπεζικών μετοχών τα τελευταία χρόνια, οι περισσότεροι ξένοι αναλυτές εξακολουθούν να διατηρούν συστάσεις αγοράς (Buy), εκτιμώντας ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών τους και διαθέτουν περαιτέρω περιθώρια ανόδου.
Η ΕΚΤ βλέπει ελληνικές τράπεζες ισχυρότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Στην πρόσφατη έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες υπεραποδίδουν σε σειρά βασικών δεικτών έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Ειδικότερα, η ετήσια αύξηση των αποτελεσμάτων στο πρώτο τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στο 8,73%, έναντι μόλις 4,7% στις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Αντίστοιχα, η οργανική κερδοφορία ανήλθε στο 4,82%, έναντι 2,77% στην Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να παράγουν υψηλά επαναλαμβανόμενα κέρδη.
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η εικόνα στην αποδοτικότητα. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε μόλις στο 36%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 55%, ενώ η απόδοση ιδίων κεφαλαίων έφθασε το 11%, έναντι 10% στην Ευρωζώνη.
Στον τομέα της ρευστότητας, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ακόμη μεγαλύτερη υπεροχή. Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις περιορίζεται στο 65%, έναντι 102% στην Ευρώπη, ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) φθάνει το 189%, έναντι 154% στις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Η εικόνα σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος
Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην τελευταία Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να ενισχύουν όλους τους βασικούς δείκτες τους.
Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) διαμορφώθηκε στο 10,7%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας ακόμη και σε περιβάλλον αυξημένης πιστωτικής επέκτασης και επιστροφής κεφαλαίων στους μετόχους.
Παράλληλα, ο δείκτης CET1 ανήλθε στο 14,9%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διατηρήθηκε κοντά στο 20%, παρέχοντας σημαντικό «μαξιλάρι» έναντι ενδεχόμενων εξωτερικών κραδασμών.
Ιδιαίτερα θετική χαρακτηρίζεται και η πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις διεθνείς αγορές. Το 2025 άντλησαν 2,7 δισ. ευρώ μέσω εκδόσεων τίτλων AT1 και ακόμη 0,9 δισ. ευρώ μέσω Tier II ομολόγων, ενώ και το 2026 συνεχίζουν με επιτυχία τις εκδόσεις κεφαλαίων και senior bonds.
Παράλληλα, οι εκδόσεις πράσινων ομολόγων έχουν ήδη φθάσει τα 1,2 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους, επιβεβαιώνοντας τον αυξανόμενο ρόλο των τραπεζών στη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης.
Συνεχίζεται η αποκλιμάκωση των «κόκκινων» δανείων
Η ποιότητα του ενεργητικού εξακολουθεί να βελτιώνεται.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPEs) περιορίστηκε στο 3,4% το πρώτο τρίμηνο του 2026, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το τέλος του 2025 και συνεχίζοντας τη σταδιακή σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, τα δάνεια Stage 2 υποχώρησαν στο 6,8% του συνολικού χαρτοφυλακίου, ποσοστό χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εξέλιξη που αντανακλά τη βελτίωση της πιστοληπτικής συμπεριφοράς των δανειοληπτών και επέτρεψε τη μείωση των προβλέψεων για πιστωτικό κίνδυνο, ενισχύοντας περαιτέρω την οργανική κερδοφορία.
Οι ίδιες οι τράπεζες προβλέπουν στα μεσοπρόθεσμα επιχειρηματικά τους σχέδια ακόμη μεγαλύτερη σύγκλιση των NPEs προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Ρευστότητα σε επίπεδα-ρεκόρ
Η ρευστότητα παραμένει ένα από τα ισχυρότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) παρέμεινε στο εξαιρετικά υψηλό 187,7%, πολύ πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις και τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ταυτόχρονα, ο λόγος δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε μόλις στο 72,5%, έναντι περίπου 100% στις ευρωπαϊκές τράπεζες, στοιχείο που επιτρέπει στον κλάδο να χρηματοδοτεί με άνεση την πραγματική οικονομία.
ΔΝΤ: Ανθεκτικές και καλά κεφαλαιοποιημένες
Θετική είναι και η αξιολόγηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Οι ελληνικές τράπεζες πέρασαν με επιτυχία τα πρόσφατα stress tests, με το ΔΝΤ να τις χαρακτηρίζει ανθεκτικές και καλά κεφαλαιοποιημένες, εκτιμώντας παράλληλα ότι οι κίνδυνοι από τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή παραμένουν περιορισμένοι και διαχειρίσιμοι.
Οι διεθνείς οίκοι βλέπουν ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου
Παρά την έντονη άνοδο των τραπεζικών μετοχών τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι εξακολουθούν να διατηρούν θετική στάση.
Η Morgan Stanley επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με περίπου 10% χαμηλότερο δείκτη P/E σε σχέση με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο και θεωρεί ότι επιπλέον ώθηση στις αποτιμήσεις μπορεί να προσφέρει η πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε ανεπτυγμένη από τους δείκτες STOXX και FTSE τον προσεχή Σεπτέμβριο και από τον MSCI το 2027.
Η UBS διατηρεί επίσης σύσταση αγοράς για όλες τις συστημικές τράπεζες, εκτιμώντας ότι η πιστωτική ανάπτυξη, οι στρατηγικές εξαγορές και η ισχυρή κερδοφορία συνεχίζουν να στηρίζουν τις αποτιμήσεις. Ο ελβετικός οίκος υπογραμμίζει ότι, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, το επενδυτικό αφήγημα των ελληνικών τραπεζών παραμένει ισχυρό, ενώ ο κλάδος διαπραγματεύεται με P/E μόλις 8,1 φορές για το 2027, δηλαδή περίπου 13% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η Deutsche Bank σημειώνει ότι οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες συνεχίζουν να ευνοούνται από το ισχυρότερο μακροοικονομικό περιβάλλον της περιοχής, με ανθεκτική ανάπτυξη, αυξημένες επενδύσεις και ισχυρή πιστωτική επέκταση.
Από την πλευρά της, η Jefferies δηλώνει επίσης αγοραστής των ελληνικών τραπεζών, εκτιμώντας ότι οι μετοχές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount περίπου 15% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, παρά τη θεαματική βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Ο αμερικανικός οίκος θεωρεί ότι η Ελλάδα έχει πλέον περάσει από τη φάση της μεταμνημονιακής ανάκαμψης σε μια νέα περίοδο διατηρήσιμης ανάπτυξης.
Οι τιμές-στόχοι των διεθνών οίκων
Η αισιοδοξία των ξένων αναλυτών αποτυπώνεται και στις επικαιροποιημένες τιμές-στόχους για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες εξακολουθούν να υποδηλώνουν σημαντικά περιθώρια ανόδου.
| Οίκος | Πειραιώς | Alpha Bank | Eurobank | Εθνική Τράπεζα |
| UBS | 11,20 € | 4,90 € | 4,70 € | 18,20 € |
| Morgan Stanley | 11,30 € | 4,90 € | 4,90 € | 17,20 € |
| Deutsche Bank | 10,50 € | 4,80 € | 5,00 € | 17,10 € |
| HSBC | 12,10 € | 4,80 € | 4,80 € | 18,40 € |
Η υψηλότερη τιμή-στόχος για την Τράπεζα Πειραιώς προέρχεται από την HSBC στα 12,10 ευρώ, για την Alpha Bank τα 4,90 ευρώ από UBS και Morgan Stanley, για τη Eurobank τα 5,00 ευρώ από τη Deutsche Bank και για την Εθνική Τράπεζα τα 18,40 ευρώ από την HSBC.
Με τα θεμελιώδη μεγέθη να συνεχίζουν να βελτιώνονται, την ποιότητα του ενεργητικού να προσεγγίζει τα ευρωπαϊκά επίπεδα, τη ρευστότητα να παραμένει σε ιστορικά υψηλά και τις αποτιμήσεις να εξακολουθούν να εμφανίζουν σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, οι διεθνείς οίκοι εκτιμούν ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανόδου τα επόμενα χρόνια.




