
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναθεώρησε οριακά προς τα κάτω την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026, τοποθετώντας τον ρυθμό μεγέθυνσης στο 1,9%, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 2%, με εύρος μεταξύ 1,7% και 2,1%. Η νέα πρόβλεψη ευθυγραμμίζεται με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του ΟΟΣΑ, ενώ παραμένει ελαφρώς υψηλότερη από εκείνες της Κομισιόν και του ΔΝΤ.
Παράλληλα, το Γραφείο προειδοποιεί ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Όπως επισήμανε ο συντονιστής του ΓΠΚΒ, Γιάννης Τσουκαλάς, η επίμονη απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση στο 3,9% τον Ιούνιο.
Στα θετικά στοιχεία της έκθεσης περιλαμβάνονται οι ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού, η συνεχής αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και οι ευνοϊκές προοπτικές της οικονομίας. Αντίθετα, βασικοί κίνδυνοι παραμένουν η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας, καθώς και πιθανές καθυστερήσεις στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο στεγαστικό πρόβλημα. Σύμφωνα με την έκθεση, η περιορισμένη αξιοποίηση του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος συνέβαλε σε αύξηση των πραγματικών τιμών κατοικιών έως και 19,1% την περίοδο 2018-2025, με το ΓΠΚΒ να υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την έλλειψη κατοικιών, αλλά και τη λειτουργική διαθεσιμότητα του υπάρχοντος αποθέματος.
********
Σημαντική αποκλιμάκωση κατέγραψε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Ιούνιο, χωρίς όμως να παύει να συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,9%, από 4,9% τον Μάιο, ενώ σε μηνιαία βάση οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 0,4%.
Στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,8% από 3,2%, χαμηλότερα και από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, ενώ ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,4% από 2,6%, ενισχύοντας την εικόνα σταδιακής αποκλιμάκωσης των πιέσεων στις τιμές.
Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τον υψηλότερο πληθωρισμό στην ΕΕ, καθώς υψηλότερες επιδόσεις καταγράφουν μόνο η Λιθουανία, η Βουλγαρία, η Κροατία και η Κύπρος. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης των τιμών.
Η ενέργεια παραμένει ο βασικός μοχλός του ευρωπαϊκού πληθωρισμού, αν και ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της επιβραδύνθηκε στο 8,7% από 10,8% τον Μάιο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τις δευτερογενείς επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους στις υπηρεσίες και στα τρόφιμα, με τις αγορές να εξακολουθούν να αποτιμούν πιθανότητα άνω του 50% για νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως τον Σεπτέμβριο.
********
Το Χρηματιστήριο Αθηνών συγκαταλέγεται στις αγορές με τις υψηλότερες αποδόσεις διεθνώς το 2026, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Deutsche Bank, καθώς η ισχυρή άνοδος του δεύτερου τριμήνου αντιστάθμισε πλήρως την αδυναμία που είχε καταγραφεί στις αρχές του έτους. Ο Γενικός Δείκτης ενισχύθηκε κατά 4,5% τον Ιούνιο, ολοκληρώνοντας το δεύτερο τρίμηνο με κέρδη 20,7%, ενώ οι συνολικές αποδόσεις από τις αρχές του έτους διαμορφώνονται στο 17,7%.
Η γερμανική τράπεζα αποδίδει τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος κυρίως στην αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων μετά την ενδιάμεση συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, η οποία οδήγησε σε θεαματική πτώση των τιμών του πετρελαίου και σε υποχώρηση των πληθωριστικών ανησυχιών. Το Brent κατέγραψε πτώση 38,4% στο δεύτερο τρίμηνο, τη μεγαλύτερη από την περίοδο της πανδημίας, αν και παραμένει υψηλότερα κατά 19,8% από τις αρχές του έτους.
Το θετικό κλίμα επεκτάθηκε στις διεθνείς αγορές, με τον S&P 500 να ενισχύεται κατά 15,2%, καταγράφοντας την καλύτερη τριμηνιαία επίδοση από το 2020, ενώ ο ευρωπαϊκός Stoxx 600 σημείωσε άνοδο 11,9%. Εντυπωσιακές ήταν και οι επιδόσεις των μετοχών ημιαγωγών στις ΗΠΑ, καθώς και του νοτιοκορεατικού KOSPI.
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού ευνόησε επίσης τα κρατικά ομόλογα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας ότι η βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος συνεχίζει να στηρίζει το διεθνές επενδυτικό κλίμα και να διατηρεί το ελληνικό χρηματιστήριο μεταξύ των κορυφαίων αγορών του 2026.




