
Η Morgan Stanley επαναβεβαιώνει τη θετική της στάση απέναντι στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, εκτιμώντας ότι οι αποτιμήσεις των συστημικών τραπεζών παραμένουν ελκυστικές παρά το πολυετές χρηματιστηριακό ράλι. Στη νέα πανευρωπαϊκή έκθεσή της, ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να συνδυάζουν υψηλή οργανική κερδοφορία, ισχυρή δημιουργία κεφαλαίων και γενναιόδωρες διανομές προς τους μετόχους.
Η Morgan Stanley διατηρεί σύσταση Overweight για τις Alpha Bank, Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς, ενώ παραμένει Equal-weight για την Εθνική Τράπεζα και την CrediaBank. Οι νέες τιμές-στόχοι διαμορφώνονται στα 4,90 ευρώ για Alpha Bank και Eurobank, στα 11,30 ευρώ για την Πειραιώς, στα 17,20 ευρώ για την Εθνική και στο 1,16 ευρώ για την CrediaBank. Μεταξύ των ελληνικών τραπεζών, η Alpha Bank και η Πειραιώς εξακολουθούν να αποτελούν τις κορυφαίες επενδυτικές επιλογές του οίκου.
Η έκθεση επισημαίνει ότι ο κλάδος διαπραγματεύεται με μέσο δείκτη P/E 8,8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, ενώ η προβλεπόμενη απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROTE) διαμορφώνεται στο 17,6%, από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη. Παράλληλα, η μέση μερισματική απόδοση εκτιμάται στο 5,6% το 2027, με περαιτέρω ενίσχυση το 2028 μέσω αυξημένων μερισμάτων και προγραμμάτων επαναγοράς ιδίων μετοχών.
Το ενδιαφέρον της αγοράς στρέφεται πλέον στα αποτελέσματα πρώτου εξαμήνου και στις επικαιροποιημένες στρατηγικές των διοικήσεων, με τη Morgan Stanley να εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν αξιόλογα περιθώρια περαιτέρω ανόδου.
******
Η Goldman Sachs διατηρεί την αισιοδοξία της για το Χρηματιστήριο Αθηνών, εκτιμώντας ότι η ελληνική αγορά εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά περιθώρια ανόδου παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων μηνών. Στην τελευταία της ανάλυση, ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος θέτει στόχο για τον Γενικό Δείκτη τις 2.600 μονάδες μέσα στους επόμενους 12 μήνες, από τις περίπου 2.468 μονάδες σήμερα, προεξοφλώντας νέα πολυετή υψηλά.
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι το ελληνικό χρηματιστήριο συγκαταλέγεται στις αγορές με τις υψηλότερες αποδόσεις στην περιοχή, καθώς από τις αρχές του έτους ο Γενικός Δείκτης καταγράφει άνοδο 14,6% σε όρους τοπικού νομίσματος και 11,9% σε όρους δολαρίου.
Παρά την ανοδική πορεία, οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές. Ο δείκτης P/E διαμορφώνεται στις 10,5 φορές για τους επόμενους 12 μήνες, χαμηλότερα από τον μέσο όρο των αναδυόμενων αγορών (11,3 φορές), ενώ ο δείκτης P/B βρίσκεται στις 1,5 φορές. Παράλληλα, η εκτιμώμενη μερισματική απόδοση 4,8% εξακολουθεί να προσφέρει ανταγωνιστικές αποδόσεις έναντι άλλων ευρωπαϊκών και αναδυόμενων αγορών.
Θετικές είναι και οι προβλέψεις για την εταιρική κερδοφορία, με την Goldman Sachs να εκτιμά αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) κατά 5,9% στο επόμενο δωδεκάμηνο, ενώ οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις της αγοράς προβλέπουν άνοδο περίπου 12% τόσο το 2026 όσο και το 2027.
Ο οίκος καταλήγει ότι η ισχυρή μακροοικονομική εικόνα της χώρας, η ανθεκτικότητα των εταιρικών αποτελεσμάτων και οι ελκυστικές αποτιμήσεις διατηρούν το Χρηματιστήριο Αθηνών μεταξύ των κορυφαίων επενδυτικών επιλογών για το επόμενο δωδεκάμηνο.
******
Νέα αύξηση καταγράφουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία, καθώς στο τέλος Απριλίου 2026 ανήλθαν στα 114,57 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,77 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Παράλληλα, περισσότεροι από 4,2 εκατ. φορολογούμενοι εμφανίζονται με οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων χρεών παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά.
Από το συνολικό ποσό, 35,53 δισ. ευρώ έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης, ενώ εκτιμάται ότι το σχετικό ποσό θα προσεγγίσει τα 42 δισ. ευρώ μετά τη μεταφορά επιπλέον οφειλών στην ίδια κατηγορία. Το πραγματικά εισπράξιμο χαρτοφυλάκιο ανέρχεται σε περίπου 79 δισ. ευρώ, με τα 52,37 δισ. ευρώ να αφορούν φορολογικές οφειλές.
Η έκθεση αναδεικνύει την έντονη συγκέντρωση των χρεών στους μεγάλους οφειλέτες. Το 96,6% των ληξιπρόθεσμων οφειλών αφορά ποσά άνω των 10.000 ευρώ, ενώ μόνο οι οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στο 75,5% του συνολικού χρέους, παρότι αφορούν μόλις το 0,24% των οφειλετών.
Την ίδια στιγμή, μόλις το 6,83% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρίσκεται σε ενεργή ρύθμιση, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες είσπραξης. Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς ιδιώτες διαμορφώθηκαν στα 2,92 δισ. ευρώ, ενώ οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων ανήλθαν στα 737 εκατ. ευρώ, καταδεικνύοντας ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες στις πληρωμές του Δημοσίου.




