«Καμπανάκι» TτΕ για την ελληνική οικονομία, οι αποταμιευτές γυρίζουν στα αμοιβαία και αναβαθμίζει ευρωπαϊκές μετοχές και τράπεζες η UBS

Η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί θετική στάση για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, προειδοποιεί όμως ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι πιθανές καθυστερήσεις στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν τους βασικούς κινδύνους για την επόμενη τριετία.

Στο βασικό της σενάριο, η ΤτΕ προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 1,9% το 2026 και το 2027, με μικρή επιτάχυνση στο 2% το 2028, επίδοση που εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η ανάπτυξη θα στηριχθεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, στις επενδύσεις και στις εξαγωγές, ενώ οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 5,8% το 2026, με μοχλό τους πόρους του NextGenerationEU, την πιστωτική επέκταση και τις άμεσες ξένες επενδύσεις.

Αντίθετα, ο εξωτερικός τομέας αναμένεται να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα το 2026, λόγω των υψηλότερων ενεργειακών τιμών και των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή στο διεθνές εμπόριο. Η ΤτΕ εκτιμά ότι η εικόνα θα βελτιωθεί από το 2027, με τη συμβολή του τουρισμού και των ευρωπαϊκών πόρων.

Για τον πληθωρισμό προβλέπεται άνοδος στο 3,8% το 2026 και αποκλιμάκωση στο 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028, ενώ η ανεργία αναμένεται να μειωθεί από 8,2% το 2026 στο 7,6% έως το 2028. Σε ευνοϊκότερο σενάριο, με χαμηλότερες τιμές ενέργειας, η ανάπτυξη θα μπορούσε να κινηθεί έως και στο 2,1% την περίοδο 2027-2028.

********

Η ελληνική αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων συνεχίζει να διευρύνει το αποτύπωμά της, με το συνολικό ενεργητικό να διαμορφώνεται στα 32,9 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2026, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2004 και αύξηση κατά 26,8 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το τέλος του 2018. Η ενίσχυση αποδίδεται τόσο στις θετικές αποδόσεις των επενδύσεων όσο και στη συνεχιζόμενη μεταφορά αποταμιεύσεων από τις τραπεζικές καταθέσεις προς τα επενδυτικά προϊόντα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, το ενεργητικό των ΟΣΕΚΑ αυξήθηκε κατά 9,9% σε τριμηνιαία βάση και κατά 12% από την αρχή του έτους, ενώ οι καθαρές εισροές στο πρώτο εξάμηνο διαμορφώθηκαν στα 2,045 δισ. ευρώ. Τις μεγαλύτερες εισροές προσέλκυσαν τα διεθνή ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια, ακολουθούμενα από τα σύνθετα, τα μικτά και τα μετοχικά αμοιβαία αναπτυγμένων αγορών.

Θετική ήταν και η εικόνα των αποδόσεων, με τις υψηλότερες να καταγράφονται στα μετοχικά αμοιβαία Αμερικής (+20,4%), στα μετοχικά Ελλάδας (+17,57%) και στα Funds of Funds μετοχικού χαρακτήρα (+17,23%).

Παράλληλα, το σύνολο των υπό διαχείριση κεφαλαίων της θεσμικής διαχείρισης ανήλθε στα 52,95 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 8,86% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Την ίδια ώρα, ο κλάδος του Asset Management ενίσχυσε τα υπό διαχείριση κεφάλαιά του στα 13,9 δισ. ευρώ, ενώ οι εναλλακτικές επενδύσεις διαμορφώθηκαν στα 937 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη διεύρυνση της εγχώριας αγοράς θεσμικών επενδύσεων.

********

Σε πιο αισιόδοξη στάση απέναντι στις ευρωπαϊκές αγορές περνά η UBS, αναβαθμίζοντας τη σύστασή της για τις μετοχές της Ευρωζώνης, της Ευρώπης και τον τραπεζικό κλάδο σε «Attractive» από «Neutral», εκτιμώντας ότι η ανάκαμψη των εταιρικών κερδών αποκτά πλέον ευρύτερη δυναμική.

Η ελβετική τράπεζα αυξάνει παράλληλα τον στόχο για τον EuroStoxx 50 στις 6.900 μονάδες έως τον Ιούνιο του 2027, από 6.600 μονάδες προηγουμένως, βλέποντας περιθώριο ανόδου περίπου 10%, καθώς υποχωρεί η γεωπολιτική αβεβαιότητα και βελτιώνονται οι οικονομικές προοπτικές.

Η UBS εκτιμά ότι τα κέρδη των εταιρειών της Ευρωζώνης θα αυξηθούν συνολικά κατά περίπου 25% την περίοδο 2026-2027, σηματοδοτώντας το τέλος μιας τριετούς περιόδου στασιμότητας. Η ανάπτυξη αναμένεται να στηριχθεί από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, την ηλεκτροκίνηση, το reshoring της βιομηχανικής παραγωγής και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες.

Ιδιαίτερα θετική εμφανίζεται για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, εκτιμώντας ότι θα συνεχίσουν να επωφελούνται από την ισχυρή πιστωτική ζήτηση, τη δραστηριότητα στις κεφαλαιαγορές, το σταθερό περιβάλλον επιτοκίων και τις ελκυστικές αποτιμήσεις, ενώ οι υψηλοί κεφαλαιακοί δείκτες επιτρέπουν τη συνέχιση γενναιόδωρων διανομών προς τους μετόχους.

Παράλληλα, διατηρεί θετική άποψη για τις βιομηχανικές εταιρείες, τον κλάδο της υγείας, τις μετοχές καταναλωτικών αγαθών διακριτικής δαπάνης, τις γερμανικές μετοχές και τις κορυφαίες ευρωπαϊκές εταιρείες με διεθνή παρουσία, προειδοποιώντας ωστόσο ότι μια επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας ή νέα γεωπολιτική ένταση θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δυναμική των αγορών.