
Η Metlen προχωρά σε μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές κινήσεις των τελευταίων ετών, υπογράφοντας μακροπρόθεσμη συμφωνία για τη διάθεση περίπου του 25% της ετήσιας παραγωγής γαλλίου από τη νέα μονάδα που αναπτύσσει στην Ελλάδα, σε κορυφαία αμερικανική εταιρεία τεχνολογίας. Αν και οι όροι της συμφωνίας παραμένουν εμπιστευτικοί, πρόκειται για την πρώτη εμπορική συμφωνία προμήθειας ευρωπαϊκού γαλλίου μεταξύ ευρωπαϊκού παραγωγού και αμερικανικού τεχνολογικού κολοσσού, ενισχύοντας τον ρόλο της Ελλάδας και της Ευρώπης στην εφοδιαστική αλυσίδα κρίσιμων πρώτων υλών.
Το γάλλιο αποτελεί βασικό υλικό για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, ημιαγωγών, data centers, τηλεπικοινωνιών, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αμυντικών συστημάτων. Η Metlen γίνεται η πρώτη ευρωπαϊκή εταιρεία που αναπτύσσει καθετοποιημένη παραγωγή γαλλίου, με την επένδυση να έχει ήδη χαρακτηριστεί Στρατηγικό Έργο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων μέσω του REPowerEU.
Οι χρηματιστηριακοί οίκοι AXIA – Alpha Finance και Optima Bank χαρακτηρίζουν τη συμφωνία ορόσημο, εκτιμώντας ότι η Metlen εξασφαλίζει τιμές κοντά στα 3.000 δολάρια ανά κιλό, επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τις παραδοχές του Capital Markets Day. Με βάση τις τρέχουσες τιμές, οι αναλυτές προβλέπουν ότι η δραστηριότητα στο γάλλιο μπορεί να αποφέρει EBITDA 100-150 εκατ. ευρώ ετησίως, έναντι αρχικής εκτίμησης 40 εκατ. ευρώ, ενώ η αποτίμηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας θα μπορούσε να υπερβεί τα 2 δισ. ευρώ, δημιουργώντας σημαντική πρόσθετη αξία για τον όμιλο από το 2028 και μετά. Οι αναλυτές επισημαίνουν ακόμη ότι η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για αντίστοιχα συμβόλαια και για το υπόλοιπο της παραγωγής, ενισχύοντας περαιτέρω τις προοπτικές ανάπτυξης της Metlen.
*******
Η Τράπεζα Πειραιώς έστειλε ισχυρό μήνυμα στην αγορά με τα αποτελέσματα εξαμήνου, αναβαθμίζοντας τους βασικούς στόχους για το 2026 και επιβεβαιώνοντας ότι η οργανική ανάπτυξη παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 617 εκατ. ευρώ, με απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTBV) 16%, υπερβαίνοντας ήδη τον ετήσιο στόχο.
Η διοίκηση αύξησε τον στόχο για τα καθαρά έσοδα από τόκους σε περίπου 2 δισ. ευρώ από 1,9 δισ. ευρώ, ενώ αναβάθμισε και την πρόβλεψη για τα έσοδα από προμήθειες στα 850 εκατ. ευρώ, μετά την εντυπωσιακή άνοδο 42% στο πρώτο εξάμηνο. Παράλληλα, η καθαρή πιστωτική επέκταση έφθασε τα 1,8 δισ. ευρώ, με τον στόχο για νέα δάνεια άνω των 3 δισ. ευρώ να θεωρείται πλέον απολύτως εφικτός.
Η τράπεζα ενισχύει παράλληλα τη διαφοροποίηση του επιχειρηματικού της μοντέλου μέσω της Εθνικής Ασφαλιστικής, της διαχείρισης κεφαλαίων και της τεχνητής νοημοσύνης. Τα υπό διαχείριση κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 24% στα 16,3 δισ. ευρώ, ενώ μέσω του Nura AI Hub αναπτύσσονται εφαρμογές AI που αναμένεται να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την κερδοφορία.
Παρά τη συντηρητική αύξηση του κόστους κινδύνου στις 60 μονάδες βάσης, ο δείκτης NPE παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός στο 2,2%. Η διοίκηση άφησε επίσης ανοικτό το ενδεχόμενο ενδιάμεσης διανομής κεφαλαίου, υπογραμμίζοντας ότι η μετοχή εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με discount περίπου 15% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, παρά τις κορυφαίες επιδόσεις της σε ανάπτυξη και αποδοτικότητα.
*******
Θετικές εκπλήξεις για τις ευρωπαϊκές αγορές στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 προβλέπει η HSBC, εκτιμώντας ότι οι απαισιόδοξες μακροοικονομικές προσδοκίες δεν συμβαδίζουν με την ανθεκτικότητα της εταιρικής κερδοφορίας. Η τράπεζα διατηρεί στόχο 670 μονάδων για τον Stoxx 600, που συνεπάγεται περιθώριο ανόδου 4,8%, ενώ βλέπει τον DAX στις 26.730 μονάδες (+7,9%), τον CAC 40 στις 8.780 μονάδες (+5,8%), τον FTSE 100 στις 10.980 μονάδες (+3,2%) και τον SMI στις 14.490 μονάδες (+1,9%).
Η HSBC θεωρεί ότι το δεύτερο τρίμηνο θα είναι το ισχυρότερο των τελευταίων τριών ετών σε επίπεδο εταιρικών αποτελεσμάτων, με τις θετικές εκπλήξεις να στηρίζουν νέες ανοδικές αναθεωρήσεις. Προβλέπει αύξηση των κερδών ανά μετοχή του FTSE Europe κατά 15,2% το 2026 και 15,8% το 2027, ενώ στο αισιόδοξο σενάριο η αύξηση θα μπορούσε να φθάσει ακόμη και το 22%.
Σε επίπεδο κλάδων, η τράπεζα διατηρεί θετική στάση για τράπεζες, βιομηχανία, τεχνολογία και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, εκτιμώντας ότι θα επωφεληθούν από τα υψηλότερα επιτόκια, την ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης και τον πολυετή επενδυτικό κύκλο σε υποδομές, άμυνα, εξηλεκτρισμό και data centers. Αντίθετα, εμφανίζεται επιφυλακτική για τα καταναλωτικά αγαθά διακριτικής ευχέρειας και ιδιαίτερα την αυτοκινητοβιομηχανία, λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού από τους Κινέζους κατασκευαστές. Σε επίπεδο χωρών, αναβαθμίζει τη Γερμανία σε overweight, ενώ υποβαθμίζει τη Βρετανία και τη Γαλλία σε ουδέτερη στάθμιση.




