Οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν το ισχυρό «χαρτί» της Ευρώπης, στην παγκόσμια «ελίτ» των αποδόσεων το ΧΑΑ τον Ιούλιο, και στον… πάτο της Ευρώπης η Ελλάδα στο διαθέσιμο εισόδημα

Η Morgan Stanley επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις πλέον ελκυστικές επενδυτικές επιλογές στην Ευρώπη, συνδυάζοντας υψηλή κερδοφορία, ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και ελκυστικές αποτιμήσεις. Ο αμερικανικός οίκος επισημαίνει ότι σχεδόν το 90% των ευρωπαϊκών τραπεζών ανακοίνωσε αποτελέσματα καλύτερα των εκτιμήσεων, ενώ τα λειτουργικά κέρδη προ προβλέψεων κινήθηκαν κατά μέσο όρο 4% υψηλότερα από τις προβλέψεις, οδηγώντας πολλές διοικήσεις σε αναβαθμίσεις των στόχων για το 2026.

Στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank εμφανίζουν το μεγαλύτερο εκτιμώμενο περιθώριο ανόδου. Η Morgan Stanley διατηρεί τιμή-στόχο 11,50 ευρώ για την Πειραιώς, που συνεπάγεται ανοδικό περιθώριο περίπου 17%, εκτιμώντας ότι θα συνεχίσει να εμφανίζει την υψηλότερη απόδοση ιδίων κεφαλαίων στον κλάδο. Για την Alpha Bank, η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 4,90 ευρώ, με περιθώριο ανόδου περίπου 15%, καθώς η υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την αποδοτικότητά της.

Για τη Eurobank, η τιμή-στόχος παραμένει στα 4,90 ευρώ, με τη Morgan Stanley να αναδεικνύει ως βασικό πλεονέκτημα τη διαφοροποιημένη παρουσία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Για την Εθνική Τράπεζα, η τιμή-στόχος διαμορφώνεται στα 17,20 ευρώ, με τον οίκο να υπογραμμίζει την εξαιρετικά ισχυρή κεφαλαιακή της βάση και τις σημαντικές δυνατότητες για αυξημένες διανομές κεφαλαίου στους μετόχους τα επόμενα χρόνια.

********

Μεταξύ των κορυφαίων χρηματιστηριακών αγορών παγκοσμίως βρέθηκε τον Ιούλιο το Χρηματιστήριο Αθηνών, σύμφωνα με τη μηνιαία ανάλυση της Deutsche Bank, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που εμφανίζει η ελληνική αγορά παρά το ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον.

Ο Euronext Athens κατέγραψε άνοδο 4,47% μέσα στον μήνα, καταλαμβάνοντας θέση στην πρώτη πεντάδα των αγορών με τις υψηλότερες αποδόσεις διεθνώς. Η επίδοση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς επιτεύχθηκε σε μια περίοδο που οι διεθνείς επενδυτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με έντονες γεωπολιτικές αναταράξεις, εκρηκτική άνοδο των τιμών του πετρελαίου και σημαντικές ανακατατάξεις στον τεχνολογικό κλάδο.

Σύμφωνα με τη Deutsche Bank, ο Ιούλιος σημαδεύτηκε από την αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία οδήγησε το Brent σε άνοδο 23,6%, με την τιμή του να ξεπερνά προσωρινά τα 100 δολάρια το βαρέλι. Παράλληλα, οι πληθωριστικές ανησυχίες διατήρησαν τις πιέσεις στις αγορές ομολόγων, με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων να κινούνται σε υψηλά πολλών ετών.

Στις μετοχές, το μεγαλύτερο πλήγμα δέχθηκε ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης και των ημιαγωγών. Ο δείκτης Philadelphia Semiconductor υποχώρησε κατά 20,6%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από το 2008, καθώς οι επενδυτές επαναξιολόγησαν τις ιδιαίτερα υψηλές αποτιμήσεις του κλάδου.

Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές αγορές παρουσίασαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από τις αμερικανικές. Ο Stoxx 600 ενισχύθηκε κατά 1,3%, ενώ ο S&P 500 παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος και ο Nasdaq υποχώρησε κατά 3,2%.

Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τη Deutsche Bank, αναδεικνύει την ισχυρή συμπεριφορά της ελληνικής αγοράς, η οποία συνεχίζει να υπεραποδίδει σε σχέση με πολλές ανεπτυγμένες αγορές, παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον και τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα.

********

Παρά τη συνεχιζόμενη βελτίωση των εισοδημάτων, τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να κατατάσσονται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα, σύμφωνα με το νέο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank. Με βάση τα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση στο προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, ξεπερνώντας μόνο τη Λετονία, ενώ ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου κατατάσσεται 15η μεταξύ των 19 κρατών-μελών για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Η Alpha Bank επισημαίνει ότι το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 5% τη διετία 2024-2025 και κατά 3,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, εξέλιξη που υπερέβη τον πληθωρισμό και συνέβαλε στην ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών των προηγούμενων ετών. Ωστόσο, η αποταμίευση παρέμεινε αρνητική, περίπου στο -3% του διαθέσιμου εισοδήματος, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να υπερβαίνει τα εισοδήματα των νοικοκυριών.

Την ίδια στιγμή, ο ακαθάριστος πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2025, αυξημένος κατά 19% ή 161 δισ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών των ακινήτων, που εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα του ιδιωτικού πλούτου στην Ελλάδα.