Μακέδος: Στα 13,55 δισ. ευρώ το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης – Η πρόκληση μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Την ανάγκη να μετατραπούν έγκαιρα οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι σε ώριμα και υλοποιήσιμα έργα αναδεικνύει ο πρόεδρος του Ταμείου Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, Κωνσταντίνος Μακέδος, περιγράφοντας τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κατασκευαστικός κλάδος κατά τη μετάβαση στη μετά Ταμείο Ανάκαμψης εποχή.

Στο επίκεντρο βρίσκονται η εξασφάλιση της χρηματοδοτικής συνέχειας, η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, η στήριξη των μικρομεσαίων τεχνικών επιχειρήσεων και η ενσωμάτωση της κλιματικής ανθεκτικότητας σε όλα τα στάδια σχεδιασμού, κατασκευής και συντήρησης των υποδομών.

Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ σε συνέντευξή του στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν πρέπει να θεωρηθεί ως το τέλος της αναπτυξιακής πορείας που καταγράφει ο κατασκευαστικός κλάδος. Αντιθέτως, σηματοδοτεί τη μετάβαση σε ένα πιο σύνθετο χρηματοδοτικό περιβάλλον, στο οποίο εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι, τραπεζική χρηματοδότηση, εγγυοδοτικά εργαλεία και Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα θα πρέπει να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.

Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 13,55 δισ. ευρώ

Κεντρικό ρόλο στην επόμενη ημέρα αναμένεται να διαδραματίσει το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης για την περίοδο 2026-2030, ο αρχικός προϋπολογισμός του οποίου ανέρχεται σε 13,55 δισ. ευρώ.

Μέσω της δυνατότητας στρατηγικής υπερδέσμευσης, το συνολικό ύψος του προγράμματος μπορεί να φθάσει μέχρι τα 17,10 δισ. ευρώ, διευρύνοντας σημαντικά τη δεξαμενή χρηματοδότησης για δημόσιες επενδύσεις.

Από το αρχικό ποσό, περίπου 3,50 δισ. ευρώ προβλέπεται να κατευθυνθούν στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών. Παράλληλα, σημαντικά κονδύλια προορίζονται για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, την ενέργεια, την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και την προώθηση έργων ΣΔΙΤ.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων. Η πραγματική δοκιμασία αφορά τη δυνατότητα της διοίκησης και της αγοράς να μετατρέψουν γρήγορα τους πόρους σε έργα με ολοκληρωμένες μελέτες, εξασφαλισμένες αδειοδοτήσεις και σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.

Οι καθυστερήσεις στην προετοιμασία και τις εγκρίσεις μπορούν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα ακόμη και ενός ισχυρού χρηματοδοτικού προγράμματος. Για τον λόγο αυτό απαιτείται συνέχεια στον σχεδιασμό, ώστε η χώρα να περάσει από την περίοδο των έκτακτων ευρωπαϊκών πακέτων σε ένα σταθερό και βιώσιμο επενδυτικό μοντέλο.

Το ενδεχόμενο επενδυτικού κενού

Η σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την εμφάνιση ενός επενδυτικού κενού, παρά το υψηλό ανεκτέλεστο υπόλοιπο που διαθέτουν σήμερα οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες.

Η διατήρηση της δυναμικής του κλάδου προϋποθέτει σταθερή ροή νέων δημοπρατήσεων και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πηγών. Η πρόκληση αφορά, επίσης, την ομαλή συμμετοχή των μικρότερων εταιρειών, οι οποίες δυσκολεύονται περισσότερο να εξασφαλίσουν κεφάλαια κίνησης και τις αναγκαίες εγγυητικές επιστολές.

Κατά τον Κωνσταντίνο Μακέδο, οι μικρομεσαίες τεχνικές επιχειρήσεις διαθέτουν σημαντική τεχνογνωσία και εμπειρία. Συχνά, όμως, βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλό κόστος χρηματοδότησης, περιορισμένη πρόσβαση στην τεχνολογία και ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό.

Η ισότιμη συμμετοχή τους στην επόμενη αναπτυξιακή περίοδο απαιτεί σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία και εγγυήσεις, ώστε να μπορέσουν να αναβαθμίσουν το επιχειρηματικό μοντέλο τους και να ανταποκριθούν στο αυστηρότερο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης.

Κίνδυνος νέου ψηφιακού χάσματος

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην ψηφιακή μετάβαση του τεχνικού κλάδου. Η εφαρμογή ψηφιακών συστημάτων διαχείρισης έργων, η χρήση του Building Information Modeling, η αξιοποίηση μεγάλων δεδομένων και η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλουν ήδη τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και παρακολουθούνται οι υποδομές.

Η τεχνολογική μετάβαση, ωστόσο, ενέχει τον κίνδυνο να διευρύνει τις υφιστάμενες ανισότητες. Εάν η πρόσβαση στα νέα εργαλεία εξαρτάται αποκλειστικά από το μέγεθος και τη χρηματοοικονομική επιφάνεια κάθε εταιρείας, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις θα αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των μικρότερων.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ψηφιοποίηση των μικρομεσαίων τεχνικών εταιρειών δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστική ευθύνη κάθε επιχείρησης, αλλά ως ευρύτερο ζήτημα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Χρειάζονται χρηματοδοτικά κίνητρα, υποδομές εκπαίδευσης και προγράμματα ανάπτυξης ψηφιακών δεξιοτήτων, προκειμένου η τεχνολογία να λειτουργήσει ως μέσο διάχυσης της παραγωγικότητας και όχι ως παράγοντας περαιτέρω συγκέντρωσης της αγοράς.

Από τα έργα δεκαετίας στις υποδομές «γενεών»

Η κλιματική κρίση αναγκάζει την Πολιτεία και τον τεχνικό κόσμο να επανεξετάσουν τα παραδοσιακά πρότυπα σχεδιασμού. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι πυρκαγιές και οι επαναλαμβανόμενες πλημμύρες δείχνουν ότι η ανθεκτικότητα των υποδομών δεν αποτελεί πλέον προαιρετική προδιαγραφή, αλλά βασική προϋπόθεση ασφάλειας και οικονομικής βιωσιμότητας.

Οι εμπειρίες από την κακοκαιρία «Daniel» και τις μεγάλες φυσικές καταστροφές των τελευταίων ετών ανέδειξαν την ανάγκη κεντρικού στρατηγικού σχεδιασμού και συστηματικών ελέγχων φέρουσας ικανότητας.

Κάθε νέο έργο θα πρέπει να ενσωματώνει τις απαιτήσεις της κλιματικής προσαρμογής και να συνοδεύεται από συγκεκριμένους πόρους για τον έλεγχο, τη συντήρηση και την αναβάθμισή του σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του.

Η μετάβαση αφορά την εγκατάλειψη της λογικής των αποσπασματικών παρεμβάσεων προς ολοκληρωμένα δίκτυα υποδομών, με ψηφιακή παρακολούθηση, αυξημένη ενεργειακή απόδοση και σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη τις κλιματικές συνθήκες των επόμενων δεκαετιών.

Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΤΜΕΔΕ, είναι η χώρα να περάσει από έργα με περιορισμένο ορίζοντα χρήσης σε υποδομές που θα υπηρετούν τις ανάγκες πολλών γενεών.

Ο νέος ρόλος του ΤΜΕΔΕ

Σε αυτό το περιβάλλον, το ΤΜΕΔΕ επιδιώκει να εξελιχθεί σε ολοκληρωμένο χρηματοδοτικό συνεργάτη του τεχνικού κόσμου. Σήμερα εξυπηρετεί περισσότερα από 33.000 μέλη και περίπου 6.000 μικρές και μεσαίες τεχνικές εταιρείες, έχοντας άμεση εικόνα των πραγματικών χρηματοδοτικών αναγκών της αγοράς.

Στους βασικούς πυλώνες της στρατηγικής του περιλαμβάνονται το κοινό Ταμείο Εγγυοδοσίας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και του ΤΜΕΔΕ, καθώς και η TMEDE Microfinance Solutions.

Παράλληλα, η επέκταση των χρηματοδοτικών εργαλείων και οι αναβαθμισμένες υπηρεσίες του TMEDE Portfolio εντάσσονται στη δημιουργία ενός ευρύτερου οικοσυστήματος χρηματοδότησης, εγγυήσεων και συμβουλευτικής υποστήριξης.

Επόμενο βήμα είναι η έγκαιρη αναγνώριση των μεταβαλλόμενων αναγκών του κλάδου και η οικοδόμηση νέων χρηματοδοτικών γεφυρών, σε συνεργασία με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, το τραπεζικό σύστημα και την CrediaBank.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τον μηχανικό

Η είσοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης στον τεχνικό κλάδο δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες για τον σχεδιασμό, την πρόβλεψη κινδύνων, την παρακολούθηση της προόδου και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των έργων.

Ο μηχανικός του μέλλοντος θα πρέπει να συνδυάζει την επιστημονική γνώση με ψηφιακές δεξιότητες και να είναι σε θέση να αξιολογεί κριτικά τα αποτελέσματα που παράγουν τα νέα συστήματα.

Η τεχνολογία δεν καταργεί την ανάγκη ανθρώπινης κρίσης και επαγγελματικής ευθύνης. Αντιθέτως, ενισχύει τον ρόλο του μηχανικού, ο οποίος εξακολουθεί να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις για την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και τη λειτουργικότητα των έργων.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα είναι να δημιουργήσει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι νέοι επιστήμονες θα μπορούν να καινοτομούν, να εξελίσσονται επαγγελματικά και να χτίζουν το μέλλον τους στη χώρα. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται σταθερός επενδυτικός σχεδιασμός, πρόσβαση στη χρηματοδότηση και ουσιαστική σύνδεση των νέων τεχνολογιών με την πραγματική οικονομία.