
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε αναπτυξιακή τροχιά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με τις επενδύσεις να παραμένουν ο βασικός μοχλός της οικονομικής δραστηριότητας, την ιδιωτική κατανάλωση να διατηρεί θετικό πρόσημο και τη δημοσιονομική εικόνα να παρέχει στην κυβέρνηση περιθώρια για νέες παρεμβάσεις στήριξης.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από δύο σαφείς προκλήσεις: τον επίμονο πληθωρισμό και τη συνεχιζόμενη αρνητική συμβολή του εξωτερικού τομέα. Σύμφωνα με τη Wood & Company, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει ανθεκτικότητα και θετική σύνθεση ανάπτυξης, αλλά η επόμενη φάση θα κριθεί από το κατά πόσο η επενδυτική δυναμική θα μετατραπεί σε υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη εξωστρέφεια και χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.
Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση και κατά 0,3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, υπερβαίνοντας ελαφρώς τις εκτιμήσεις της WOOD, οι οποίες έκαναν λόγο για ανάπτυξη 1,8% σε ετήσια και 0,2% σε τριμηνιαία βάση.
Ο ρυθμός είναι χαμηλότερος σε σχέση με το 2025, όταν η μέση τριμηνιαία ανάπτυξη είχε κινηθεί περίπου στο 0,6%, ωστόσο για τη WOOD μεγαλύτερη σημασία έχει η σύνθεση της ανάπτυξης. Η οικονομία δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση, αλλά εξακολουθεί να αντλεί σημαντική ώθηση από τις επενδύσεις, οι οποίες εμφανίζουν πολύ υψηλότερους ρυθμούς αύξησης σε σχέση με το συνολικό ΑΕΠ.
Οι ακαθάριστες επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 9,6% σε ετήσια βάση, επιβεβαιώνοντας ότι ο επενδυτικός κύκλος παραμένει ενεργός. Η επίδοση αυτή συνδέεται τόσο με τις επενδύσεις σε υποδομές όσο και με την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και των ευρωπαϊκών ταμείων συνοχής.
Η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,7%, παρά τις συνεχιζόμενες πιέσεις από τον πληθωρισμό, ενώ η δημόσια κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 1%. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η εσωτερική ζήτηση εξακολουθεί να στηρίζει την οικονομία, χωρίς όμως να παρουσιάζει υπερβολική επιτάχυνση.
Στο εξωτερικό εμπόριο, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 2,2%, συμπληρώνοντας πλέον εννέα διαδοχικά τρίμηνα ανάπτυξης. Ωστόσο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν ταχύτερα, κατά 3,7%, γεγονός που περιορίζει τη θετική συμβολή του εξωτερικού τομέα.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται μία από τις βασικές αδυναμίες της σημερινής αναπτυξιακής φάσης. Η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα αυξάνει ταυτόχρονα τη ζήτηση για εισαγόμενα μηχανήματα, εξοπλισμό και κεφαλαιουχικά αγαθά, με αποτέλεσμα οι καθαρές εξαγωγές να αφαιρούν μέρος από την τελική ανάπτυξη.
Το μερίδιο των εξαγωγών στο ΑΕΠ έχει διαμορφωθεί στο 35,9%, επίπεδο σαφώς υψηλότερο σε σχέση με το παρελθόν, αλλά χωρίς ουσιαστική περαιτέρω πρόοδο από το 2021. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα έχει βελτιώσει σημαντικά την εξωστρέφειά της σε μακροχρόνια βάση, αλλά πλέον χρειάζεται ένα νέο κύμα ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από τις εισαγωγές.
Η έκρηξη των κατασκευών
Στο παραγωγικό σκέλος, η πιο εντυπωσιακή επίδοση καταγράφεται στις κατασκευές, όπου η δραστηριότητα αυξήθηκε κατά 12,9% σε ετήσια βάση.
Η WOOD συνδέει την άνοδο αυτή με την επιτάχυνση των επενδύσεων σε μεγάλα έργα υποδομών, ενεργειακά έργα, δίκτυα και κατασκευές, μεγάλο μέρος των οποίων χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά ταμεία.
Η ισχυρή πορεία του κλάδου έχει ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία, καθώς δημιουργεί πολλαπλασιαστικές επιδράσεις σε σειρά άλλων δραστηριοτήτων, από τα δομικά υλικά και τη βιομηχανία έως τις υπηρεσίες και την απασχόληση.
Θετική ήταν επίσης η εικόνα στη γεωργία, όπου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 4,5%, στη μεταποίηση και την εξόρυξη με άνοδο 2,1%, στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες με 6,7% και στην πληροφορική και τις επικοινωνίες με 4,3%.
Αντίθετα, το λιανικό και χονδρικό εμπόριο υποχώρησαν κατά 1,5%, μία εξέλιξη που πιθανόν αντανακλά σε κάποιο βαθμό την επίδραση του υψηλού κόστους ζωής στην καταναλωτική συμπεριφορά.
Ανάπτυξη 2% το 2026 και 2,2% το 2027
Για το σύνολο του 2026, η WOOD προβλέπει πραγματική ανάπτυξη 2%, έναντι 2,2% το 2025, ενώ για το 2027 αναμένει εκ νέου επιτάχυνση στο 2,2%.
Παρά τη μικρή επιβράδυνση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, οι προβλέψεις αυτές εξακολουθούν να τοποθετούν την Ελλάδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Για τους αναλυτές, βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση αυτής της υπεραπόδοσης είναι να συνεχιστεί η επενδυτική δραστηριότητα, να επιταχυνθεί η απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα.
Το χρέος συνεχίζει να αποκλιμακώνεται
Ιδιαίτερα θετική παραμένει και η δημοσιονομική εικόνα.
Η WOOD εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 134,5% το 2026 και σε 126% το 2027.
Η ταχεία αυτή αποκλιμάκωση αποτελεί ένα από τα βασικά ισχυρά σημεία της ελληνικής οικονομίας, καθώς βελτιώνει το προφίλ της χώρας στις αγορές, περιορίζει τον αντιληπτό δημοσιονομικό κίνδυνο και δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Παράλληλα, η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση επιτρέπει στην κυβέρνηση να επιστρέφει μέρος των υπερπλεονασμάτων στην οικονομία, μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων και στοχευμένων παρεμβάσεων.
Ο πληθωρισμός παραμένει το μεγάλο αγκάθι
Η μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη πρόκληση παραμένει ο πληθωρισμός.
Τον Αύγουστο επιταχύνθηκε στο 3,8%, από 3,4% τον Ιούλιο και 2,5% τον Ιανουάριο, επιβεβαιώνοντας ότι οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν ανθεκτικές.
Η άνοδος των τροφίμων έχει επιβραδυνθεί αισθητά στο 0,9%, ωστόσο άλλες κατηγορίες του οικογενειακού προϋπολογισμού εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις.
Η στέγαση και οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας αυξήθηκαν κατά 9,7%, οι μεταφορές κατά 7,7% και οι τιμές σε εστιατόρια και ξενοδοχεία κατά 6,6%.
Οι συγκεκριμένες κατηγορίες έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς επηρεάζουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και μπορούν να περιορίσουν τη δυναμική της κατανάλωσης.
Η WOOD επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να επηρεάζεται τόσο από τις διεθνείς ενεργειακές τιμές όσο και από τη στενότερη αγορά εργασίας.
Η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 7,9%, γεγονός που αποτελεί σαφώς θετική εξέλιξη, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αυξήσει τις μισθολογικές πιέσεις και να διατηρήσει υψηλότερο το κόστος υπηρεσιών.
Παράλληλα, η WOOD εντοπίζει και διαρθρωτικούς παράγοντες που δυσκολεύουν την αποκλιμάκωση των τιμών, όπως η μεγάλη παρουσία πολύ μικρών επιχειρήσεων, η χαμηλότερη παραγωγικότητα και το αυξημένο μεταφορικό κόστος.
Πακέτο 2,2 δισ. ευρώ για το 2027
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει η WOOD και στα δημοσιονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ.
Για το 2027, το πακέτο αποτιμάται στα 2,2 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,8% του ΑΕΠ, ενώ έως το 2030 οι συνολικές παρεμβάσεις προβλέπεται να φτάσουν τα 3,5 δισ. ευρώ.
Η WOOD θεωρεί ότι η σύνθεση των μέτρων είναι περισσότερο προσανατολισμένη σε σχέση με το παρελθόν στην παραγωγική πλευρά της οικονομίας και ειδικότερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οι βασικοί άξονες αφορούν την άμεση ενίσχυση των χαμηλότερων εισοδημάτων, τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και την ενίσχυση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Μεταξύ των παρεμβάσεων περιλαμβάνονται μειώσεις φορολογικών επιβαρύνσεων για αυτοαπασχολούμενους και επιχειρήσεις, νέα επενδυτικά κίνητρα μέσω ταχύτερων αποσβέσεων και διοχέτευση 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Παράλληλα, προβλέπεται νέο στεγαστικό πρόγραμμα ύψους 2 δισ. ευρώ, καθώς και πρόσθετες παρεμβάσεις για οικογένειες, συνταξιούχους και εργαζόμενους.
Ο στόχος έως το 2030
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η WOOD χαρακτηρίζει συνεκτικό τον σχεδιασμό της κυβέρνησης έως το 2030.
Ο βασικός στόχος είναι η ελληνική οικονομία να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό κοντά στο 2%, να μειώσει την ανεργία κάτω από το 6% και να περιορίσει το δημόσιο χρέος στο 110% του ΑΕΠ.
Παράλληλα, προβλέπεται αύξηση της συμμετοχής της μεταποίησης στο 12% του ΑΕΠ, κάτι που θεωρείται κρίσιμο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο στόχος για αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας στην κατηγορία «Α».
Η στρατηγική περιλαμβάνει ακόμη την περαιτέρω ψηφιοποίηση του Δημοσίου, την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, την αύξηση της προσφοράς προσιτής κατοικίας, την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγικότητας και παρεμβάσεις στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης.
Επενδύσεις 5 δισ. ευρώ για φθηνότερο ρεύμα
Κομβικό ρόλο στο συνολικό σχέδιο έχει η ενέργεια.
Ο στόχος είναι η μείωση των λιανικών τιμών ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία, μία εξέλιξη που, εφόσον επιτευχθεί, θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά τόσο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών όσο και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Το σχέδιο βασίζεται στην περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, στην αύξηση της αποθήκευσης ενέργειας, στην ενίσχυση των δικτύων και των διασυνδέσεων, στη μείωση των χρεώσεων κοινής ωφέλειας και στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Η συνολική επενδυτική ανάγκη εκτιμάται σε περίπου 5 δισ. ευρώ, με σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης να μπορεί να καλυφθεί από ευρωπαϊκούς πόρους.
Το βασικό συμπέρασμα της WOOD είναι ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει ένα ισχυρότερο αναπτυξιακό προφίλ σε σχέση με την Ευρωζώνη, χάρη στις επενδύσεις, τη δημοσιονομική εξυγίανση και την αποκλιμάκωση του χρέους.
Το επόμενο στοίχημα, ωστόσο, είναι σαφώς δυσκολότερο: η σημερινή επενδυτική ώθηση πρέπει να μεταφραστεί σε υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη εξαγωγική βάση και χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, την ώρα που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.




