
Η Federal Reserve επέστρεψε στις αυξήσεις επιτοκίων, ανεβάζοντας ομόφωνα το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, στο εύρος 3,75%-4%, στην πρώτη μεταβολή νομισματικής πολιτικής υπό τον νέο πρόεδρο Κέβιν Γουόρς.
Το βασικό μήνυμα προς τις αγορές προέρχεται από τις νέες προβλέψεις της Fed. Δεκαέξι από τους 18 αξιωματούχους αναμένουν τουλάχιστον ακόμη μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους, με το επιτόκιο να προβλέπεται στο 4%-4,25% στο τέλος του 2026 και να παραμένει στο ίδιο εύρος και το 2027.
Ο Γουόρς απέδωσε την απόφαση στον επίμονα υψηλό πληθωρισμό, υπογραμμίζοντας ότι οι υποκείμενες πιέσεις στις τιμές εξακολουθούν να υπερβαίνουν τον στόχο, την ώρα που η αμερικανική οικονομία και η αγορά εργασίας παραμένουν ανθεκτικές.
Παράλληλα, απέφυγε να δώσει σαφή καθοδήγηση για την επόμενη συνεδρίαση, τονίζοντας ότι οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τα νέα οικονομικά στοιχεία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στην άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων, την οποία συνέδεσε με την ισχυρή οικονομία, την αυξημένη ζήτηση κεφαλαίων για επενδύσεις και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Το συμπέρασμα για τις αγορές είναι ότι η Fed επιστρέφει σε αυστηρότερη στάση, με τον πληθωρισμό να παραμένει η βασική προτεραιότητα.
*********
Σημαντικά εμπόδια στην υλοποίηση επενδύσεων αντιμετωπίζουν οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στη μεταποίηση και τη βιοτεχνία, σύμφωνα με μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οποία καταγράφει προβλήματα περισσότερο διαρθρωτικά παρά συγκυριακά.
Μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση και το υψηλό κόστος δανεισμού. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις εντοπίζουν δυσκολίες στα προγράμματα ΕΣΠΑ, καθώς η γραφειοκρατία, η περιορισμένη προκαταβολική χρηματοδότηση και η ανάγκη προχρηματοδότησης επενδύσεων από ίδια κεφάλαια περιορίζουν τη δυνατότητα συμμετοχής.
Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και ο εκσυγχρονισμός του μηχανολογικού εξοπλισμού, καθώς μεγάλο μέρος του εισάγεται από το εξωτερικό, αυξάνοντας τόσο το αρχικό κόστος όσο και τις δαπάνες συντήρησης.
Στη λίστα των εμποδίων περιλαμβάνονται επίσης οι ελλείψεις υποδομών, η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις στο κτηματολόγιο, η ασάφεια στις χρήσεις γης, η έλλειψη τεχνικού προσωπικού και το υψηλό κόστος επαγγελματικής στέγης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το ενεργειακό κόστος κατατάσσεται μόλις έκτο μεταξύ των προβλημάτων. Παρ’ όλα αυτά, σε ορισμένους κλάδους το κόστος παραγωγής εκτιμάται σήμερα τρεις έως τέσσερις φορές υψηλότερο από το 2021, εντείνοντας τις πιέσεις στις μικρότερες επιχειρήσεις.
*********
Κατά 3,9% αυξήθηκε το ονομαστικό ωριαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ξεπερνώντας τον αντίστοιχο ρυθμό αύξησης τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στο σύνολο της ΕΕ.
Στη ζώνη του ευρώ, το ωριαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε κατά 3,1%, ενώ στην ΕΕ-27 κατά 3,2%. Η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στη μέση της ευρωπαϊκής κατάταξης, με 11 χώρες να εμφανίζουν υψηλότερους και 14 χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης.
Τις μεγαλύτερες αυξήσεις κατέγραψαν η Βουλγαρία με 9,9%, η Λιθουανία με 9,6% και η Κροατία με 8,9%. Στον αντίποδα, Λουξεμβούργο και Ρουμανία παρουσίασαν αύξηση μόλις 1,8%, ενώ σε Γαλλία και Ιταλία η μεταβολή ήταν 2,1%.
Στην Ευρωζώνη, το κόστος μισθών και ημερομισθίων αυξήθηκε κατά 3%, ενώ το μη μισθολογικό κόστος κατά 3,2%.
Σε κλαδικό επίπεδο, οι μεγαλύτερες αυξήσεις στην ΕΕ καταγράφηκαν στις δραστηριότητες ακινήτων με 5,7%, στις λοιπές υπηρεσίες με 5,1% και στις διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες με 4,8%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μισθολογικές πιέσεις στην Ελλάδα παραμένουν ισχυρότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χωρίς πάντως η χώρα να βρίσκεται στις κορυφαίες θέσεις της σχετικής κατάταξης.




