
Σε νέα αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας προχώρησε η Scope Ratings, ανεβάζοντας την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας σε BBB+ από BBB, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα, και αλλάζοντας το outlook σε Stable από Positive. Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση διατηρείται στο S-2.
Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και η αυξημένη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η Scope αναγνωρίζει ως σημαντικούς παράγοντες τα μεγάλα και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, τις διαρθρωτικές αλλαγές στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, αλλά και το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης.
Ταυτόχρονα, ο οίκος διαπιστώνει βελτίωση των μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προοπτικών, η οποία στηρίζεται στην ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα, στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και στα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ελληνική οικονομία, όπως επισημαίνεται, έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια με αισθητά υψηλότερους ρυθμούς από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχύοντας την εικόνα ανθεκτικότητας σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο.
Το μεγάλο «όπλο» των πρωτογενών πλεονασμάτων
Ιδιαίτερα θετική είναι η αποτίμηση της Scope για τις δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας. Η Ελλάδα έκλεισε το 2025 με πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, ενώ η εικόνα παρέμεινε ισχυρή και μέσα στο 2026 παρά το δυσμενέστερο εξωτερικό περιβάλλον.
Για το 2026, η Scope προβλέπει συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 4,1%, τοποθετώντας ουσιαστικά τις ελληνικές δημοσιονομικές επιδόσεις μεταξύ των ισχυρότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2027 το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 3,7% του ΑΕΠ, καθώς αναμένεται μια μετρημένη δημοσιονομική επέκταση μέσω υψηλότερων συνταξιοδοτικών δαπανών και προσωρινών μέτρων στήριξης απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος. Ακόμη και μετά από αυτή την υποχώρηση, όμως, η δημοσιονομική εικόνα εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρή και συμβατή με τη συνέχιση της μείωσης του χρέους.
Η Scope στέκεται ιδιαίτερα και στη μεταμόρφωση της φορολογικής διοίκησης. Η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, η ψηφιοποίηση και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις έχουν αυξήσει ουσιαστικά την ικανότητα του κράτους να εισπράττει έσοδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο λόγος των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28% το 2025, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ στην ίδια περίοδο.
Ο οίκος θεωρεί ότι αυτές οι αλλαγές έχουν πλέον περισσότερο διαρθρωτικό χαρακτήρα και εκτιμά ότι θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα κατά μέσο όρο περίπου 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-2031.
Χρέος: Από το 146,1% στο 110%
Το ισχυρότερο ίσως στοιχείο της έκθεσης αφορά την ταχύτητα αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους.
Η Scope προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει περίπου στο 136% το 2026, από 146,1% το 2025, δηλαδή κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο. Η τάση δεν σταματά εκεί: στο βασικό σενάριο του οίκου, το δημόσιο χρέος αναμένεται να περιοριστεί περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031.
Καθοριστικό ρόλο στην πορεία αυτή παίζουν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης και η ευνοϊκή σχέση ανάπτυξης και επιτοκίων, σε συνδυασμό με τις περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές δημόσιου χρέους. Η Scope επισημαίνει επίσης ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει αυξημένος στο 3,8% το 2026, πριν αποκλιμακωθεί, με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ να συμβάλλει επίσης στη μείωση του δείκτη χρέους.
Το «μαξιλάρι» των 31 δισ. ευρώ
Η αναβάθμιση δεν βασίζεται μόνο στο ύψος και στην πτωτική πορεία του χρέους, αλλά και στην ιδιαίτερα ευνοϊκή δομή του.
Περίπου 70% του ελληνικού δημόσιου χρέους βρίσκεται στα χέρια πιστωτών του επίσημου τομέα και διέπεται από ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Η μέση σταθμισμένη διάρκεια του χρέους ανερχόταν τον Ιούνιο του 2026 στα 18,3 χρόνια, περιορίζοντας σημαντικά τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους αναχρηματοδότησης.
Την ίδια στιγμή, τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου ανέρχονται περίπου στα 31 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ και λειτουργεί ως σημαντική ασπίδα έναντι πιθανών αναταράξεων στις διεθνείς αγορές.
Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν άνετα κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ οι πληρωμές τόκων ως ποσοστό των κρατικών εσόδων προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο μόλις στο 6,8% την περίοδο 2026-2031.
Για τη Scope, αυτός ο συνδυασμός ευνοϊκής δομής και ενεργού διαχείρισης του χρέους επιτρέπει στην Ελλάδα να εμφανίζει χαρακτηριστικά βιωσιμότητας που συγκρίνονται ευνοϊκά ακόμη και με χώρες οι οποίες διαθέτουν αισθητά χαμηλότερους δείκτες δημόσιου χρέους. Είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο οίκος προχώρησε στην αναβάθμιση σε BBB+, παρά το γεγονός ότι το απόλυτο επίπεδο του ελληνικού χρέους παραμένει υψηλό.
Ελλάδα 1,9% – Ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Το δεύτερο μεγάλο στήριγμα της αξιολόγησης είναι η αυξημένη ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο όρο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, ενώ η Scope προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και 1,7% το 2027, παρά τις δυσκολότερες διεθνείς συνθήκες.
Η ανάπτυξη χαρακτηρίζεται ευρείας βάσης και στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις τουριστικές εισπράξεις, στην αύξηση των επενδύσεων, στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κεφαλαίων.
Τα 24,6 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης
Η ανάκαμψη των επενδύσεων αποτελεί κομβικό σημείο στην αξιολόγηση της Scope. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους δικαιούχους του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της.
Έως τον Ιούνιο του 2026 είχε εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% των συνολικά κατανεμημένων πόρων. Οι επενδύσεις αυτές κατευθύνονται μεταξύ άλλων στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, στην ψηφιοποίηση και στην πράσινη μετάβαση.
Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν βελτιώσει τις επενδυτικές συνθήκες. Η Scope, ωστόσο, επισημαίνει ότι χρειάζεται ακόμη χρόνος για να διαπιστωθεί σε ποιον βαθμό η επενδυτική έκρηξη θα μεταφραστεί σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας, δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και μεγαλύτερη εξαγωγική ανταγωνιστικότητα.
Τα «αγκάθια» που κρατούν πίσω την αξιολόγηση
Η αναβάθμιση σε BBB+ δεν σημαίνει ότι έχουν εξαλειφθεί οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Η Scope εντοπίζει τρεις βασικούς περιορισμούς: το ακόμη πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, το σχετικά χαμηλό δυνητικό επίπεδο ανάπτυξης και τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Παρά την ταχεία αποκλιμάκωσή του, το δημόσιο χρέος παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη. Επιπλέον, ο οίκος εκτιμά ότι ο ρυθμός μείωσής του θα επιβραδυνθεί σταδιακά καθώς θα υποχωρεί η ονομαστική ανάπτυξη, θα ομαλοποιείται το κόστος δανεισμού και θα αυξάνονται οι δημοσιονομικές πιέσεις που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού.
Το δυνητικό ποσοστό ανάπτυξης της χώρας υπολογίζεται περίπου στο 1,3%, με τη Scope να επισημαίνει ως διαρθρωτικές προκλήσεις τη γήρανση του πληθυσμού, τη χαμηλή παραγωγικότητα, τους περιορισμούς στην αγορά εργασίας και την περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας.
Παρότι οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά, χρειάζονται περισσότερες ενδείξεις ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμα υψηλότερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη παραγωγική δυναμικότητα.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Η τρίτη σημαντική αδυναμία αφορά την εξωτερική θέση της χώρας.
Η Scope προβλέπει ότι τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, περίπου 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Η εικόνα αποδίδεται στη διαρθρωτικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, στην ισχυρή εισαγωγική ζήτηση που συνδέεται με τις επενδύσεις και στη συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας.
Παράλληλα, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας βρισκόταν στο -142% του ΑΕΠ το 2025, παραμένοντας μεταξύ των ασθενέστερων στην Ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από την εξωτερική χρηματοδότηση και είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε ενδεχόμενες μεταβολές των διεθνών χρηματοδοτικών συνθηκών.
Τι χρειάζεται για την επόμενη αναβάθμιση
Μετά τη μετάβαση στο BBB+, η Scope τοποθετεί το outlook σε Stable, θεωρώντας ότι οι κίνδυνοι για την πιστοληπτική αξιολόγηση είναι ισορροπημένοι σε χρονικό ορίζοντα 12 έως 18 μηνών.
Ο οίκος προσδιορίζει με σαφήνεια τις εξελίξεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις για μια υψηλότερη αξιολόγηση: διαρθρωτική ενίσχυση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης μέσω μεταρρυθμίσεων, επενδύσεων και μεγαλύτερης παραγωγικότητας, διατηρήσιμη βελτίωση της εξωτερικής θέσης της οικονομίας και περαιτέρω ενίσχυση των δημοσιονομικών θεμελιωδών με ουσιαστικά χαμηλότερο δημόσιο χρέος.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, αρνητικά θα μπορούσαν να λειτουργήσουν μια ουσιαστική επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών που θα έβγαζε το χρέος από την προβλεπόμενη καθοδική τροχιά, μια διατηρήσιμη εξασθένηση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των αναπτυξιακών προοπτικών ή νέα επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.




