Moody’s: Δεν απειλεί τις τράπεζες ο επανυπολογισμός των τόκων του νόμου Κατσέλη – Αμετάβλητες οι αξιολογήσεις

Διαχειρίσιμη χαρακτηρίζει η Moody’s την οικονομική επίπτωση που θα έχει για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες ο επανυπολογισμός των τόκων στα στεγαστικά δάνεια του νόμου Κατσέλη, εκτιμώντας ότι η νέα νομοθετική ρύθμιση δεν επηρεάζει τις αξιολογήσεις, τη φερεγγυότητα ούτε τις προοπτικές κερδοφορίας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, η νομοθετική τροποποίηση που επικυρώθηκε από τη Βουλή στις 24 Ιουνίου προβλέπει ότι οι τόκοι στα στεγαστικά δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί βάσει του νόμου 3869/2010 θα υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης που έχει ορίσει το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Η ρύθμιση εφαρμόζεται αναδρομικά, με τους επιπλέον τόκους που έχουν ήδη καταβληθεί από τους δανειολήπτες να συμψηφίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου, μειώνοντας τόσο το υπόλοιπο του δανείου όσο και τη διάρκεια αποπληρωμής.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, το συνολικό κόστος ανέρχεται σε περίπου 700 εκατ. ευρώ για τις Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank. Από αυτά, περίπου 500 εκατ. ευρώ αφορούν μελλοντικά διαφυγόντα έσοδα από τόκους σε χαρτοφυλάκιο αναδιαρθρωμένων στεγαστικών δανείων ύψους 16,5 δισ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ σχετίζονται με την αναδρομική αναγνώριση των επιπλέον τόκων που έχουν ήδη καταβληθεί από τους δανειολήπτες.

Η Moody’s υπογραμμίζει ότι τα 500 εκατ. ευρώ από τα μελλοντικά διαφυγόντα έσοδα θα απορροφηθούν μέσω του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», διασφαλίζοντας ότι δεν θα υπάρξει επίπτωση στην εξυπηρέτηση των κρατικά εγγυημένων senior ομολόγων που διακρατούν οι τράπεζες. Το υπόλοιπο κόστος των 200 εκατ. ευρώ θα επιμεριστεί περίπου ισόποσα μεταξύ τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), χωρίς επιβάρυνση για το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο οίκος εκτιμά ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα σχηματίσουν εφάπαξ πρόσθετες προβλέψεις στα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2026, προκειμένου να καλύψουν το μερίδιό τους στο κόστος. Ωστόσο, σημειώνει ότι η επίπτωση είναι περιορισμένη σε σχέση με τα προ προβλέψεων έσοδά τους, τα οποία ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2025, ενώ μπορεί να απορροφηθεί τόσο από τα υφιστάμενα αποθέματα προβλέψεων όσο και από τα ισχυρά κεφαλαιακά περιθώρια των τραπεζών. Οι δείκτες κεφαλαίων CET1 διαμορφώνονταν στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 μεταξύ 13% και 17%, επίπεδα που, σύμφωνα με τη Moody’s, επιτρέπουν την άνετη απορρόφηση της συγκεκριμένης εφάπαξ επιβάρυνσης.

Η θετική αξιολόγηση της Moody’s βασίζεται σε τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, το μεγαλύτερο μέρος των δανείων του νόμου Κατσέλη έχει ήδη απομακρυνθεί από τους ισολογισμούς των τραπεζών μέσω των τιτλοποιήσεων του προγράμματος «Ηρακλής», περιορίζοντας σημαντικά την άμεση έκθεσή τους. Δεύτερον, η έκθεση που εξακολουθούν να διατηρούν αφορά κυρίως κρατικά εγγυημένα senior ομόλογα, γεγονός που λειτουργεί ως πρόσθετη ασπίδα προστασίας. Τρίτον, η αναδρομική ευθύνη των τραπεζών περιορίζεται χρονικά στην περίοδο από τον Αύγουστο του 2010 έως την ημερομηνία τιτλοποίησης των σχετικών χαρτοφυλακίων, περιορίζοντας σημαντικά το πραγματικό οικονομικό βάρος.

Οι κίνδυνοι

Παρά τη θετική αξιολόγηση, η Moody’s επισημαίνει ότι θα παρακολουθεί στενά τρεις πιθανούς κινδύνους. Ο πρώτος αφορά τον δικαστικό κίνδυνο, σε περίπτωση που προσβληθεί επιτυχώς στο Συμβούλιο της Επικρατείας η εξαίρεση που δεν επιτρέπει επιστροφές χρημάτων σε δανειολήπτες των οποίων οι ρυθμίσεις έχουν ολοκληρωθεί ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες.

Ο δεύτερος σχετίζεται με το ενδεχόμενο επέκτασης της εφαρμογής της απόφασης και σε δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό ή σε διμερείς ρυθμίσεις, μέσω πιλοτικών δικαστικών υποθέσεων, γεγονός που θα μπορούσε να διευρύνει το συνολικό κόστος πέραν των 700 εκατ. ευρώ.

Ο τρίτος κίνδυνος αφορά την απόκλιση μεταξύ της κυβερνητικής εκτίμησης για κόστος 700 εκατ. ευρώ και των εκτιμήσεων της αγοράς, οι οποίες – βάσει μελέτης της KPMG για λογαριασμό της Ένωσης Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων – ανεβάζουν το συνολικό κόστος έως και στο 1,3 δισ. ευρώ. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το μερίδιο των τραπεζών ενδέχεται να αυξηθεί μετά την αναθεώρηση των επιχειρηματικών σχεδίων του προγράμματος «Ηρακλής».

Η Moody’s καταλήγει ότι κανένας από τους παραπάνω κινδύνους δεν περιλαμβάνεται στο βασικό της σενάριο. Ωστόσο, εφόσον κάποιος από αυτούς υλοποιηθεί, ο οίκος θα επανεξετάσει την αξιολόγησή του ως προς τις επιπτώσεις στα πιστωτικά προφίλ των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών.