
Σημάδια επιβράδυνσης της ελληνικής οικονομίας καταγράφει η Wood στο πρώτο τρίμηνο του 2026, αναθεωρώντας προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη και επισημαίνοντας ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας έχει αρχίσει να επηρεάζει την καταναλωτική συμπεριφορά και τη δυναμική της οικονομικής δραστηριότητας.
Όπως σημειώνει ο οίκος, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του έτους, έναντι 2,3% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ σε τριμηνιαία βάση η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε στο 0,2%, από 0,7% κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025. Πρόκειται για τον ασθενέστερο ρυθμό μεγέθυνσης που έχει καταγραφεί από το 2023, γεγονός που αποτυπώνει την αυξανόμενη επίδραση του ενεργειακού κόστους στην οικονομία.
Η Wood αποδίδει την επιβράδυνση κυρίως στην υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας μετακυλίστηκαν ταχύτατα στα νοικοκυριά, ενώ η δημοσιονομική παρέμβαση υπήρξε μέχρι στιγμής πιο περιορισμένη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο οίκος προχώρησε σε αναθεώρηση της πρόβλεψης για την ανάπτυξη του 2026 στο 2%, από 2,5% προηγουμένως. Παράλληλα προειδοποιεί ότι σε περίπτωση διατήρησης των υψηλών ενεργειακών τιμών κατά το μεγαλύτερο μέρος του δεύτερου εξαμήνου, ο ρυθμός ανάπτυξης θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη και στο 1,4%, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή για την ελληνική οικονομία.
Η ανάλυση των επιμέρους συνιστωσών του ΑΕΠ δείχνει ότι η κύρια πηγή αδυναμίας ήταν η κατανάλωση, ενώ αρνητική ήταν και η συμβολή των παγίων επενδύσεων. Αντίθετα, η αύξηση των δημόσιων δαπανών και η βελτίωση των καθαρών εξαγωγών λειτούργησαν αντισταθμιστικά, περιορίζοντας την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα της κατανάλωσης. Η ιδιωτική κατανάλωση επιβραδύνθηκε σημαντικά, καταγράφοντας αύξηση μόλις 0,7% σε ετήσια βάση, έναντι 2,3% το προηγούμενο τρίμηνο. Ωστόσο, η Wood επισημαίνει ότι δεν διαπιστώνεται ουσιαστική επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών της οικονομίας. Αντιθέτως, τα νοικοκυριά εμφανίζονται πιο επιφυλακτικά εξαιτίας της αυξημένης αβεβαιότητας και των πληθωριστικών πιέσεων.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι πραγματικές λιανικές πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 6,7% το πρώτο τρίμηνο, έναντι μόλις 1,6% στο τέλος του 2025, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά όπως έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές και οικιακός εξοπλισμός. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η κατανάλωση αγαθών παραμένει ανθεκτική, ενώ η αδυναμία εντοπίζεται κυρίως στις υπηρεσίες.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών συνεχίστηκε και κατά το δεύτερο τρίμηνο, καθώς οι τραπεζικές καταθέσεις αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό, φθάνοντας στο 4,1% σε ετήσια βάση, ένδειξη ότι οι καταναλωτές επιλέγουν μεγαλύτερη αποταμίευση εν μέσω αυξημένης αβεβαιότητας.
Στην αγορά εργασίας η εικόνα παραμένει συνολικά θετική, αν και εμφανίζονται ενδείξεις σταδιακής επιβράδυνσης. Η αύξηση της απασχόλησης μηδενίστηκε τον Απρίλιο, μετά από μια μακρά περίοδο ισχυρής ανάπτυξης, ενώ η ανεργία διαμορφώθηκε στο 9,5%, από 8,2% τον Δεκέμβριο του 2025. Παρά τη μεταβολή αυτή, η Wood δεν διαβλέπει κίνδυνο σημαντικής επιδείνωσης, καθώς οι προθέσεις προσλήψεων των επιχειρήσεων παραμένουν σταθερές και οι ανησυχίες των καταναλωτών για την ανεργία δεν έχουν αυξηθεί αισθητά.
Σημαντικό στήριγμα εξακολουθεί να αποτελεί ο τουρισμός. Τα τουριστικά έσοδα αντιστοιχούν πλέον στο 9,7% του ΑΕΠ σε κυλιόμενη δωδεκάμηνη βάση, από 9,5% στο τέλος του 2025, επιβεβαιώνοντας ότι ο κλάδος συνεχίζει να κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, οι επενδύσεις εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό αναπτυξιακό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Το ποσοστό επενδύσεων στο ΑΕΠ αυξήθηκε στο 18,4%, κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα σε σχέση με ένα χρόνο πριν, ενώ η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Εφόσον εγκριθεί το αίτημα για την όγδοη εκταμίευση, οι συνολικές εισπράξεις της χώρας θα ανέλθουν στα 26,2 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 73% των συνολικών διαθέσιμων πόρων.
Την ίδια ώρα, η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Οι επιχειρηματικές χορηγήσεις αυξήθηκαν κατά 9,5% τον Απρίλιο, επιβεβαιώνοντας ότι οι επενδύσεις και η πιστωτική επέκταση συνεχίζουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, η εικόνα παραμένει πιο ανησυχητική. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 5,4% τον Απρίλιο, από 3,9% τον Μάρτιο, ενώ ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε περαιτέρω στο 5% τον Μάιο. Σύμφωνα με τη Wood, τα μέτρα περιορισμού των περιθωρίων κέρδους στα καύσιμα και σε ορισμένα προϊόντα λιανικής έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα, καθώς δεν μπορούν να αποτρέψουν τη μετακύλιση των διεθνών αυξήσεων στις τελικές τιμές.
Παρά τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις, η Wood υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά στηρίγματα. Οι επενδύσεις, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, η ισχυρή πιστωτική επέκταση και κυρίως τα σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια της κυβέρνησης λειτουργούν ως μηχανισμοί άμυνας απέναντι στις εξωτερικές αναταράξεις. Με τον κρατικό προϋπολογισμό να έχει καταγράψει πλεόνασμα περίπου 2% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 5%, η Ελλάδα διαθέτει, σύμφωνα με τον οίκο, τα μέσα για να στηρίξει την οικονομία εφόσον οι διεθνείς συνθήκες επιδεινωθούν περαιτέρω.




