
Βαρύ και μετρήσιμο αποδεικνύεται το κόστος της οικονομικής αβεβαιότητας για την Ελλάδα, καθώς συνδέεται με επενδύσεις που αναβλήθηκαν, θέσεις εργασίας που χάθηκαν και επιχειρηματικά σχέδια που δεν υλοποιήθηκαν. Σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ, έως και το ένα τρίτο του επενδυτικού κενού της χώρας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης την περίοδο 2009-2015 μπορεί να αποδοθεί στην αδυναμία των επιχειρήσεων να προβλέψουν τις συνθήκες υπό τις οποίες θα λειτουργούσαν. Αντίστοιχα, έως και το 40% της μείωσης της απασχόλησης που καταγράφηκε από το 2010 έως το 2013 εκτιμάται ότι συνδέεται με την αβεβαιότητα.
Απώλειες επενδύσεων 200 εκατ. ευρώ
Τα ευρήματα δείχνουν ότι μια απρόσμενη αύξηση της αβεβαιότητας κατά μία τυπική απόκλιση οδηγεί σε άμεση υποχώρηση των επενδύσεων κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ. Η κάμψη γίνεται ορατή ήδη από τα πρώτα τρίμηνα μετά τη διαταραχή και διατηρείται για τουλάχιστον δύο χρόνια. Πρόκειται, επομένως, για επίδραση που δεν περιορίζεται στην πρώτη αντίδραση των επιχειρήσεων, αλλά εξακολουθεί να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Κατά την περίοδο 2009-2015, όταν διευρύνθηκε σημαντικά η απόσταση μεταξύ των επενδύσεων στην Ελλάδα και την ΕΕ, η αβεβαιότητα εκτιμάται ότι ευθυνόταν για σημαντικό μέρος του κενού. Ανάλογα με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται, η συμβολή της υπολογίζεται από περίπου το ένα τέταρτο έως και το ένα τρίτο της συνολικής απόκλισης.
Η ανάλυση σε επίπεδο επιχείρησης δείχνει ειδικότερα ότι η αβεβαιότητα περιόρισε κατά περίπου 1,6 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο ετήσιο ρυθμό των εταιρικών επενδύσεων την περίοδο 2009-2015. Την ίδια περίοδο, η μέση ετήσια απόσταση των ελληνικών επενδύσεων από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές διαμορφώθηκε στις 5,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Έως το 40% της πτώσης της απασχόλησης
Ακόμη μεγαλύτερη εμφανίζεται η επίδραση στην αγορά εργασίας. Για την περίοδο 2010-2013, έως και το 40% της μείωσης της απασχόλησης μπορεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, να αποδοθεί στην αυξημένη αβεβαιότητα.
Η αρνητική επίδραση στις θέσεις εργασίας κορυφώνεται τρία τρίμηνα μετά την αρχική διαταραχή. Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται, μάλιστα, να προσαρμόζουν το εργατικό δυναμικό τους ταχύτερα από ό,τι τις επενδύσεις τους.
Στην πράξη, όταν το οικονομικό περιβάλλον γίνεται δύσκολο να προβλεφθεί, οι επιχειρήσεις δεν ακυρώνουν μόνο επενδυτικά σχέδια. Περιορίζουν τις προσλήψεις, αναβάλλουν την επέκτασή τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μειώνουν το προσωπικό τους.
Απώλειες 500 εκατ. ευρώ στη βιομηχανία
Η βιομηχανία συγκαταλέγεται στους κλάδους που πλήττονται περισσότερο. Η όξυνση της αβεβαιότητας στην αρχή της ελληνικής κρίσης, την περίοδο 2009-2010, εκτιμάται ότι προκάλεσε μείωση των βιομηχανικών επενδύσεων κατά περίπου 500 εκατ. ευρώ σε βάθος διετίας. Το ποσό αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τέταρτο της συνολικής πτώσης των επενδύσεων που καταγράφηκε στον κλάδο την ίδια περίοδο.
Η υψηλή ευαισθησία της βιομηχανίας συνδέεται με τα χαρακτηριστικά των επενδύσεών της: είναι συνήθως μεγαλύτερες, έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα και είναι δυσκολότερο ή ακριβότερο να αναστραφούν. Σημαντική αρνητική επίδραση στην απασχόληση εντοπίζεται επίσης στη βιομηχανία και στο εμπόριο.
Περισσότερο εκτεθειμένες οι μικρότερες επιχειρήσεις
Το μέγεθος της επιχείρησης καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ένταση των επιπτώσεων. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις καταγράφουν συστηματικά υψηλότερα επίπεδα αβεβαιότητας σε σχέση με τις μικρομεσαίες και τις μεγάλες.
Στο σκέλος των επενδύσεων, μόνο οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις φαίνεται να επηρεάζονται σε στατιστικά σημαντικό βαθμό από την όξυνση της αβεβαιότητας. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως η έλλειψη προβλεψιμότητας λειτουργεί ως εμπόδιο στη μεγέθυνση και την επέκτασή τους, αλλά και στον υγιή ανταγωνισμό.

Ανάλογη είναι η εικόνα στην απασχόληση. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις περιορίζουν εντονότερα το προσωπικό τους, ενώ οι μεγαλύτερες εμφανίζονται πιο ανθεκτικές. Η μελέτη σημειώνει ότι οι μεγάλες εταιρείες ενδέχεται να διατηρούν εργαζομένους ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας επιβράδυνσης, καθώς έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα να απορροφήσουν προσωρινές διαταραχές.
Πώς αλλάζουν την εικόνα οι προσδοκίες
Καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι προσδοκίες των ίδιων των επιχειρήσεων. Όταν είναι απαισιόδοξες ή ουδέτερες, η αύξηση της αβεβαιότητας περιορίζει σημαντικά τις επενδύσεις. Όταν οι προσδοκίες παραμένουν αισιόδοξες, η αρνητική επίδραση στις επενδυτικές αποφάσεις δεν εμφανίζεται στατιστικά σημαντική.
Στην απασχόληση, η επίδραση είναι ισχυρότερη όταν επικρατεί απαισιοδοξία και μικρότερη όταν οι επιχειρήσεις βλέπουν θετικά το μέλλον. Η αισιοδοξία λειτουργεί, επομένως, ως ανάχωμα χωρίς να εξουδετερώνει πλήρως τις συνέπειες της αβεβαιότητας.
Οι τρεις νέοι δείκτες
Για να αποτιμήσει το φαινόμενο, το ΙΟΒΕ κατασκεύασε τρεις συμπληρωματικούς δείκτες με βάση στοιχεία της Έρευνας Οικονομικής Συγκυρίας.
Ο πρώτος καταγράφει τη διασπορά των επιχειρηματικών προσδοκιών: Όσο περισσότερο αποκλίνουν οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων, τόσο μεγαλύτερη θεωρείται η αβεβαιότητα. Ο δεύτερος βασίζεται στα σφάλματα που προκύπτουν όταν συγκρίνονται οι αρχικές προβλέψεις των εταιρειών με την πραγματική εξέλιξη της δραστηριότητάς τους. Ο τρίτος κατασκευάζεται σε επίπεδο επιχείρησης και αποτυπώνει πόσο δύσκολο θεωρούν οι ίδιες οι εταιρείες να προβλέψουν τη μελλοντική ανάπτυξή τους.

Οι δείκτες καταγράφουν τις διαδοχικές φάσεις υψηλής αβεβαιότητας που γνώρισε η ελληνική οικονομία από το 1998 έως το 2026, σε σύνδεση με οικονομικές, χρηματοπιστωτικές, πολιτικές και γεωπολιτικές αναταράξεις.
Το όφελος από ένα σταθερότερο περιβάλλον
Η αντίστροφη ανάγνωση των ευρημάτων δείχνει το πιθανό όφελος από ένα πιο προβλέψιμο οικονομικό περιβάλλον. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η μείωση της αβεβαιότητας κατά μία τυπική απόκλιση μπορεί, κατά μέσο όρο, να οδηγήσει σε υψηλότερο ετήσιο ρυθμό εταιρικών επενδύσεων κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες και σε ετήσια αύξηση της απασχόλησης κατά 2,5%.
Για μια οικονομία που εξακολουθεί να προσπαθεί να καλύψει το επενδυτικό χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη, η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής δεν αποτελεί απλώς αίτημα των επιχειρήσεων. Έχει μετρήσιμη αξία, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στην επόμενη κρίση.




