
Σε ένα ολοένα πιο δύσκολο δίλημμα βρίσκεται η ΕΚΤ ενόψει της συνεδρίασης της 9ης-10ης Σεπτεμβρίου: να συνεχίσει τη μάχη κατά του πληθωρισμού ή να αποφύγει μια υπερβολική σύσφιγξη που θα μπορούσε να πλήξει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη οικονομία της Ευρωζώνης.
Οι 65 οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters προβλέπουν αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,50%, αλλά οι περισσότεροι θεωρούν ότι αυτή θα είναι και η τελευταία κίνηση του τρέχοντος κύκλου.
Από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, ενώ οι προβλέψεις έχουν αναθεωρηθεί ανοδικά και επιστροφή στον στόχο του 2% δεν αναμένεται πριν από τα τέλη του 2027. Η άνοδος των ενεργειακών τιμών και ο πόλεμος στο Ιράν διατηρούν τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Από την άλλη, οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν ήδη αυξηθεί έντονα, σφίγγοντας τις χρηματοδοτικές συνθήκες χωρίς πρόσθετη παρέμβαση της ΕΚΤ. Παράλληλα, η ανάπτυξη παραμένει ασθενής, με την οικονομία της Ευρωζώνης να προβλέπεται να αυξηθεί μόλις κατά 0,8% φέτος.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η ΕΚΤ θα αντιμετωπίσει το ενεργειακό σοκ ως προσωρινό ή ως απειλή για πιο μόνιμο πληθωρισμό. Μια νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ανατρέψει γρήγορα το σενάριο παύσης των αυξήσεων.
********
Η νέα άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα εξελίσσεται σε έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και επιχειρήσεις, καθώς αυξάνει το κόστος χρήματος σε ολόκληρη την οικονομία. Πίσω από το sell-off βρίσκονται οι αυξημένες εκδόσεις κρατικού χρέους, το νέο ενεργειακό σοκ και οι φόβοι ότι ο πληθωρισμός θα διατηρήσει τα επιτόκια υψηλότερα για μεγαλύτερο διάστημα.
Η πρώτη πίεση περνά στα δημόσια οικονομικά, καθώς οι κυβερνήσεις αναχρηματοδοτούν χρέος με ακριβότερους όρους. Περισσότερο εκτεθειμένες θεωρούνται χώρες με υψηλά ελλείμματα και χρέος, με τη Γαλλία να ξεχωρίζει μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Το κόστος μεταφέρεται και στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε όσες έχουν υψηλό δανεισμό ή χρέος κυμαινόμενου επιτοκίου. Παράλληλα, οι τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες για επενδύσεις σε AI και data centers εντείνουν τον ανταγωνισμό για κεφάλαια, καθιστώντας ακριβότερες νέες επενδύσεις και εξαγορές.
Οι καταναλωτές χαμηλότερων εισοδημάτων δέχονται επίσης μεγαλύτερη πίεση από ακριβότερα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, ενώ οι υψηλές αποδόσεις αυξάνουν τον ανταγωνισμό των ομολόγων απέναντι στις μετοχές.
Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς θα μπορούσε να φθάσει έως το 5,5%, δείχνοντας ότι η εποχή του φθηνού χρήματος δύσκολα επιστρέφει σύντομα.
********
Η ενεργειακή αγορά επιστρέφει στο επίκεντρο των επενδυτών, καθώς τα χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη ενισχύουν τον κίνδυνο νέου κύματος ανατιμήσεων ενόψει του χειμώνα. Σύμφωνα με το Bloomberg, η Ευρώπη χρειάζεται ακόμη τουλάχιστον 100 TWh φυσικού αερίου, αξίας άνω των 7 δισ. ευρώ, προκειμένου να φτάσει τον χαμηλότερο στόχο πλήρωσης των αποθηκών στο 75%.
Η ανάγκη για αυξημένες αγορές LNG σε μια περίοδο περιορισμένης προσφοράς μπορεί να οδηγήσει, σύμφωνα με Goldman Sachs, Rystad Energy και Morningstar, τις χειμερινές τιμές πάνω από τα 100 ευρώ/MWh. Η εικόνα επιβαρύνεται από τις διαταραχές στον Περσικό Κόλπο και τις περιορισμένες ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Για τις αγορές, το βασικό ρίσκο δεν είναι μόνο το ενεργειακό κόστος, αλλά η πιθανή αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Ήδη οι αποδόσεις των ομολόγων ενσωματώνουν φόβους ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να αναγκαστούν να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τα επιτόκια περισσότερο από όσο αναμενόταν.
Η Oxford Economics βλέπει, σε δυσμενές σενάριο, πληθωρισμό άνω του 6%, εξέλιξη που θα επιβάρυνε κατανάλωση, βιομηχανία και δημοσιονομικές ισορροπίες. Πρόσθετο ρίσκο δημιουργεί η απαγόρευση του ρωσικού LNG από τον Ιανουάριο, η οποία αφαιρεί περίπου 5% των ευρωπαϊκών αναγκών.




