Τράπεζα της Αγγλίας: Αμετάβλητα τα επιτόκια, αλλά αυξάνονται οι φωνές για νέα άνοδο

Η Τράπεζα της Αγγλίας διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια, όπως αναμενόταν, την Πέμπτη, ωστόσο ένα τρίτο μέλος της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής τάχθηκε υπέρ νέας αύξησης των επιτοκίων, επικαλούμενο την αναζωπύρωση της σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν.

Η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής (MPC) ψήφισε με 6-3 υπέρ της διατήρησης του βασικού επιτοκίου στο 3,75%, αντί της αναμενόμενης από τους οικονομολόγους που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters κατανομής 7-2.

Η Κάθριν Μαν (Catherine Mann), η οποία είχε εκφράσει επιφυλάξεις για τη νομισματική πολιτική νωρίτερα μέσα στον μήνα, συντάχθηκε με τη Μέγκαν Γκριν (Megan Greene) και τον επικεφαλής οικονομολόγο Χιου Πιλ (Huw Pill), ψηφίζοντας υπέρ αύξησης των επιτοκίων στο 4%.

Ωστόσο, η πλειοψηφία της Επιτροπής δεν έδειξε διάθεση για άμεση σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής, παραμένοντας στη στρατηγική της «αναμονής και αξιολόγησης» που υποστηρίζει ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι (Andrew Bailey), με στόχο να διασφαλιστεί ότι ο πληθωρισμός δεν θα υπερβεί σημαντικά τον στόχο του 2% μέσα στο έτος.

«Η διατήρηση του βασικού επιτοκίου είναι η κατάλληλη επιλογή, καθώς οι διεθνείς συνθήκες εμφανίζονται πιο αβέβαιες και πιο πληθωριστικές, ενώ οι εγχώριες εξελίξεις, συνολικά, είναι πιο ευνοϊκές όσον αφορά τις προοπτικές του πληθωρισμού», δήλωσε ο Μπέιλι.

Ανακούφιση για τη νέα κυβέρνηση

Η απόφαση της Τράπεζας της Αγγλίας να μην προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων αποτελεί ανάσα για τον νέο πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ (Andy Burnham), ο οποίος έχει θέσει ως προτεραιότητα τη μείωση του κόστους ζωής. Μεταξύ των μέτρων που προωθεί περιλαμβάνεται και η κατάργηση του φόρου στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας των νοικοκυριών, κίνηση που, σύμφωνα με την Τράπεζα της Αγγλίας, θα μειώσει τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,1 ποσοστιαία μονάδα.

Νέες προβλέψεις για τον πληθωρισμό

Στις επικαιροποιημένες προβλέψεις που δημοσιεύθηκαν την Πέμπτη, το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Αγγλίας – το οποίο υποθέτει ότι οι τιμές της ενέργειας θα κινηθούν σύμφωνα με τις προσδοκίες των αγορών και ότι οι υψηλές ενεργειακές τιμές θα έχουν περιορισμένη επίδραση στους μισθούς και στις τιμές – προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα αυξηθεί στο 3,2% αργότερα μέσα στο έτος, από το χαμηλό 15 μηνών του 2,6% που καταγράφηκε τον Ιούνιο.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας, ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% έως τις αρχές του 2028, οπότε και θα υποχωρήσει κάτω από το συγκεκριμένο επίπεδο.

Η νέα πρόβλεψη είναι ηπιότερη σε σχέση με τις τριμηνιαίες εκτιμήσεις του Απριλίου, αλλά ουσιαστικά συμβαδίζει με τις προβλέψεις που είχαν παρουσιαστεί τον Ιούνιο.

Ωστόσο, το βασικό αυτό σενάριο στηρίζεται στην παραδοχή των χρηματοπιστωτικών αγορών ότι η Τράπεζα της Αγγλίας θα αυξήσει τα επιτόκια στο τελευταίο τρίμηνο του 2026 και εκ νέου μέσα στο 2027. Η εκτίμηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την άποψη της πλειονότητας των οικονομολόγων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση του Reuters, οι οποίοι θεωρούν ότι δεν θα χρειαστεί περαιτέρω σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής.

Παρότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο, ο Άντριου Μπέιλι έχει υποστηρίξει ότι η Τράπεζα της Αγγλίας μπορεί να διατηρήσει αμετάβλητη τη στάση της, καθώς είχε προχωρήσει σε μικρότερες μειώσεις επιτοκίων πριν από την έναρξη της κρίσης ΗΠΑ–Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, όταν έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ για το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών πετρελαίου.

Η Μέση Ανατολή άλλαξε τη στάση της Μαν

Η Κάθριν Μαν εξήγησε ότι η κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, καθώς και η διεύρυνση της σύγκρουσης μέσα στον μήνα, αποτέλεσαν τον βασικό λόγο που την οδήγησε να αλλάξει στάση.

«Αυτή η “σποραδική συνέχιση” της σύγκρουσης, την οποία είχα υποθέσει τον περασμένο μήνα, φαίνεται πλέον να αποτελεί την πραγματικότητα», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Παρότι ο πληθωρισμός στη Βρετανία βρίσκεται, ασυνήθιστα, χαμηλότερα από εκείνον της Ευρωζώνης και των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι ρυθμιζόμενοι λογαριασμοί ενέργειας των βρετανικών νοικοκυριών ακολουθούν με καθυστέρηση τις μεταβολές των τιμών στις αγορές.

Για τα μέλη της Επιτροπής που υποστήριξαν την αύξηση των επιτοκίων, το γεγονός ότι ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% σχεδόν σε όλη τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων.

Αντίθετα, τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής εκτίμησαν ότι δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις πως οι κίνδυνοι αυτοί έχουν υλοποιηθεί και έδωσαν μεγαλύτερη βαρύτητα στην επιβράδυνση της αγοράς εργασίας, όπου οι μισθολογικές αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα κινούνται πλέον στον χαμηλότερο ρυθμό από το 2020.

Ωστόσο, η υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Αγγλίας, Κλερ Λομπαρντέλι (Clare Lombardelli), σημείωσε ότι η απουσία μέχρι σήμερα δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων είναι «ενημερωτική, αλλά όχι οριστική».

Αναθεώρηση για το πρόγραμμα ποσοτικής σύσφιγξης

Ξεχωριστά, η Τράπεζα της Αγγλίας αναθεώρησε προς τα πάνω την εκτίμησή της για τον αντίκτυπο της μείωσης του ισολογισμού της μέσω της πώλησης κρατικών ομολόγων. Πλέον εκτιμά ότι η διαδικασία αυτή έχει αυξήσει τις αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων (gilts) κατά 0,2 έως 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από το 2022, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για επίδραση 0,15 έως 0,25 ποσοστιαίων μονάδων.

Η νέα αξιολόγηση δημοσιοποιείται ενόψει της ετήσιας ψηφοφορίας της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής τον Σεπτέμβριο σχετικά με τον ρυθμό του προγράμματος ποσοτικής σύσφιγξης (Quantitative Tightening – QT).

Υπενθυμίζεται ότι το 2025 η Τράπεζα της Αγγλίας είχε επιβραδύνει τον ρυθμό μείωσης του χαρτοφυλακίου ομολόγων της από 100 δισ. στερλίνες σε 70 δισ. στερλίνες ετησίως. Σύμφωνα με έρευνα της ίδιας της Τράπεζας, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές αναμένουν νέα επιβράδυνση του προγράμματος τον προσεχή Σεπτέμβριο, με τις ετήσιες πωλήσεις ομολόγων να περιοριστούν στα 50 δισ. στερλίνες.