Το Χρηματιστήριο Αθηνών σε νέα εποχή ρευστότητας, το ελληνικό χρέος γίνεται ευρωπαϊκό «παράδειγμα» και η παρέμβαση Στουρνάρα για τον νόμο Κατσέλη

Η ελληνική κεφαλαιαγορά διανύει μια περίοδο ισχυρής επενδυτικής δυναμικής, με τα ξένα κεφάλαια να επιβεβαιώνουν έμπρακτα την εμπιστοσύνη τους στην ελληνική οικονομία και τις προοπτικές της. Μετά τις προσφορές ύψους 18 δισ. ευρώ που συγκέντρωσε η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, η επανέκδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου προσέλκυσε ζήτηση-ρεκόρ 36 δισ. ευρώ, αναδεικνύοντας τη σημαντική αναβάθμιση της θέσης της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Η αυξημένη συμμετοχή των ξένων επενδυτών δεν περιορίζεται στην αγορά ομολόγων. Η επιτυχία της ΑΜΚ της ΔΕΗ, ύψους 4,25 δισ. ευρώ, επιβεβαίωσε ότι το ελληνικό χρηματιστήριο διαθέτει πλέον το απαιτούμενο βάθος και τη ρευστότητα για να υποστηρίξει μεγάλες εταιρικές συναλλαγές. Στο ίδιο μονοπάτι κινείται και η επικείμενη αύξηση κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, για την οποία πληροφορίες αναφέρουν ότι το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών είναι ιδιαίτερα έντονο, με την κάλυψη να εκτιμάται ότι υπερβαίνει ήδη τις δύο φορές πριν από το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών.

Παράλληλα, η εισαγωγή των Αττικών Πολυκαταστημάτων στο Euronext Athens και οι πληροφορίες για νέες ναυτιλιακές εισαγωγές εντός του έτους ενισχύουν το θετικό momentum. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εισηγμένες εταιρείες εκτιμάται ότι θα αντλήσουν πάνω από 6 δισ. ευρώ μέσα στο πρώτο εξάμηνο, προσεγγίζοντας ιστορικά υψηλά επίπεδα χρηματοδότησης.

Η κυριαρχία των ξένων επενδυτών αποτυπώνεται και στα στοιχεία του Μαΐου, καθώς κατέχουν πλέον το 68,5% της συνολικής αξίας χαρτοφυλακίων και πραγματοποίησαν πάνω από το 71% των συναλλαγών. Παρά τη σημαντική αυτή πρόοδο, μόλις το 12% των ευρωπαϊκών θεσμικών χαρτοφυλακίων έχει σήμερα έκθεση στην Ελλάδα, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια για νέες εισροές τα επόμενα χρόνια και ενισχύει το αφήγημα ότι η ελληνική αγορά περνά οριστικά σε μια νέα αναπτυξιακή φάση.

*******

Ανησυχητικό μήνυμα για την πορεία των δημόσιων οικονομικών στην Ευρώπη στέλνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προειδοποιώντας ότι χωρίς νέες παρεμβάσεις το δημόσιο χρέος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ έως το 2040. Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, επισήμανε ότι η γήρανση του πληθυσμού, οι αυξανόμενες δαπάνες για συντάξεις και υγεία, η ενεργειακή μετάβαση και η ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό δημοσιονομικό περιβάλλον για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μία από τις ελάχιστες χώρες που αναμένεται να συνεχίσουν να μειώνουν σημαντικά το δημόσιο χρέος τους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει στο 110,9% του ΑΕΠ το 2031 από 145,7% το 2024, όταν την ίδια περίοδο το γαλλικό χρέος θα αυξηθεί στο 120,7% του ΑΕΠ και το βελγικό στο 122,3%.

Το Ταμείο αποδίδει την πορεία αυτή στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, στα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, στο χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και στη μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής του. Καθοριστικό ρόλο έχουν διαδραματίσει επίσης οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων του ΔΝΤ και μέρους των δανείων του πρώτου μνημονίου.

Παράλληλα, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει την ίδια πίεση αύξησης αμυντικών ή συνταξιοδοτικών δαπανών με άλλες χώρες της Ε.Ε., γεγονός που ενισχύει τις προοπτικές περαιτέρω αποκλιμάκωσης του χρέους και βελτιώνει την εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές.

*******

Σημαντικά μηνύματα τόσο για το τραπεζικό σύστημα όσο και για τη δημοσιονομική πολιτική έστειλε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, από το βήμα του 7ου OT Forum. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον τρόπο εκτοκισμού των δανείων που υπάγονται στον νόμο Κατσέλη, εκφράζοντας επιφυλάξεις για την ερμηνεία της.

Όπως τόνισε, η απόφαση «δεν είναι καθαρή» και επιδέχεται διαφορετικές αναγνώσεις από τις εμπλεκόμενες πλευρές. «Διαφορετικά τη διαβάζουν οι δανειολήπτες και διαφορετικά οι τράπεζες και οι servicers», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να υπάρξει σύντομα οριστική διευκρίνιση ώστε να αρθεί η αβεβαιότητα που έχει δημιουργηθεί.

Ο διοικητής της ΤτΕ έθεσε επίσης θέμα επανεξέτασης των φοροαπαλλαγών, σημειώνοντας ότι ο αριθμός τους έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Όπως είπε, δεν προτείνει την κατάργησή τους, αλλά έναν συνολικό έλεγχο της αποτελεσματικότητάς τους, ώστε να διαπιστωθεί εάν εξυπηρετούν ακόμη τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκαν ή εάν μπορούν να στοχευθούν καλύτερα. Επικαλέστηκε μάλιστα αντίστοιχες παρεμβάσεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ, που ζητούν επανεξέταση του υφιστάμενου πλαισίου.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συστηματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μπορεί να δημιουργήσει τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο για μελλοντικές μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Αναφερόμενος τέλος στο πολιτικό περιβάλλον, προειδοποίησε ότι ένα ενδεχόμενο παρατεταμένης αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την οικονομία και την επενδυτική εμπιστοσύνη.