
Η JP Morgan επαναβεβαιώνει την ισχυρή θετική της στάση απέναντι στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά, διατηρώντας τη σύσταση overweight για την Ελλάδα ακόμη και μέσα στο περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας που έχει προκαλέσει η αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Στη νέα της ανάλυση για τις αγορές της περιοχής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA), η αμερικανική επενδυτική τράπεζα αναδεικνύει δύο βασικούς καταλύτες που, όπως εκτιμά, μπορούν να οδηγήσουν σε υπεραπόδοση του ελληνικού χρηματιστηρίου τους επόμενους μήνες: τις σημαντικές παθητικές εισροές που θα προκαλέσει η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών του Euro Stoxx τον Σεπτέμβριο και τις ελκυστικές αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών.
Η JP Morgan συγκαταλέγει την Ελλάδα στις τρεις κορυφαίες overweight επιλογές της στην περιοχή CEEMEA, μαζί με την Πολωνία και τη Νότια Αφρική, ενώ διατηρεί ουδέτερη στάση για τις αγορές της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Τουρκίας.
Καταλύτης οι εισροές από τον Euro Stoxx
Σύμφωνα με την έκθεση, η μετάβαση της ελληνικής αγοράς στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών του Euro Stoxx αναμένεται να κινητοποιήσει παθητικές εισροές ύψους περίπου 1,015 δισ. δολαρίων, δημιουργώντας μια νέα δεξαμενή ζήτησης για τις ελληνικές μετοχές.
Η JP Morgan εκτιμά ότι η αλλαγή αυτή δεν θα περιοριστεί μόνο στις υποχρεωτικές τοποθετήσεις των passive funds, αλλά θα λειτουργήσει ως αφορμή και για μεγαλύτερη συμμετοχή των ενεργητικά διαχειριζόμενων χαρτοφυλακίων της Ευρωζώνης, τα οποία μέχρι σήμερα εμφανίζονται υποεπενδεδυμένα στην ελληνική αγορά.
Όπως επισημαίνει, η αναβάθμιση της χώρας σε ανεπτυγμένη αγορά αυξάνει σημαντικά την ορατότητα του ελληνικού χρηματιστηρίου στους διεθνείς επενδυτές και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για σταδιακή διεύρυνση της επενδυτικής βάσης.
Οι τράπεζες παραμένουν φθηνές
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τραπεζικό κλάδο, τον οποίο η JP Morgan εξακολουθεί να θεωρεί μία από τις πλέον ελκυστικές επενδυτικές ιστορίες στην Ευρώπη.
Παρά τη θεαματική βελτίωση της κερδοφορίας, της ποιότητας ενεργητικού και των κεφαλαιακών δεικτών, οι ελληνικές συστημικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με σημαντικό discount έναντι των αντίστοιχων τραπεζών της Δυτικής Ευρώπης.
Συγκεκριμένα, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν δείκτη P/E 12μήνου 9,6 φορές, έναντι 10,6 φορές για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, διαφορά που η JP Morgan θεωρεί δυσανάλογη σε σχέση με τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών τους.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν πλέον μερισματική απόδοση κοντά στο 5%, στοιχείο που ενισχύει περαιτέρω την επενδυτική τους ελκυστικότητα.
Eurobank στις κορυφαίες επιλογές της CEEMEA
Η αμερικανική τράπεζα τοποθετεί την Eurobank στις 10 κορυφαίες επενδυτικές επιλογές της για την περιοχή CEEMEA, δίπλα σε μεγάλες διεθνείς εταιρείες και τράπεζες όπως οι Al Rajhi Bank, PKO Bank, OTP Bank, FirstRand, Capitec, Saudi Aramco, Naspers, Shoprite και AngloGold.
Η επιλογή της Eurobank βασίζεται στις προβλέψεις της JP Morgan για απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) περίπου 15%, στη δυνατότητα περαιτέρω αύξησης των κεφαλαιακών αποδόσεων προς τους μετόχους, αλλά και στην εκτίμηση ότι η ένταξη στον Euro Stoxx θα αποτελέσει ισχυρό καταλύτη για τη μετοχή.
Οι μεγάλοι ωφελημένοι των εισροών
Η έκθεση συνοδεύεται από αναλυτικές εκτιμήσεις για τις εισροές που αναμένεται να δεχθεί κάθε ελληνική μετοχή από την αναδιάρθρωση των δεικτών.
Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνεται στις τέσσερις συστημικές τράπεζες:
- Εθνική Τράπεζα: 288,6 εκατ. δολάρια
- Eurobank: 232,5 εκατ. δολάρια
- Τράπεζα Πειραιώς: 220,1 εκατ. δολάρια
- Alpha Bank: 146,6 εκατ. δολάρια
Παράλληλα, σημαντικές εισροές προβλέπονται και για μη τραπεζικούς τίτλους, με τη ΔΕΗ και τη Metlen να εκτιμάται ότι θα προσελκύσουν από περίπου 30,3 εκατ. δολάρια, ενώ ο ΟΤΕ αναμένεται να δεχθεί εισροές 21,8 εκατ. δολαρίων, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ 23,6 εκατ. δολάρια και η Allwyn περίπου **20,7 εκατ. δολάρια.
Η JP Morgan εκτιμά ότι οι εισροές αυτές θα αυξήσουν σημαντικά τη ρευστότητα των συγκεκριμένων τίτλων και θα ενισχύσουν τη συμμετοχή διεθνών επενδυτών στο ελληνικό χρηματιστήριο.
Θετικό ισοζύγιο και από την αναβάθμιση της MSCI
Η επενδυτική τράπεζα εξετάζει και τις επιπτώσεις από τη μελλοντική αναβάθμιση της Ελλάδας στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών της MSCI, η οποία αναμένεται τον Μάιο του 2027.
Παρότι η έξοδος από τους δείκτες Αναδυόμενων Αγορών θα οδηγήσει σε εκροές περίπου 4,9 δισ. δολαρίων, η είσοδος στους δείκτες Developed Markets εκτιμάται ότι θα φέρει εισροές 5,029 δισ. δολαρίων, με αποτέλεσμα το τελικό ισοζύγιο να παραμείνει θετικό, διαμορφούμενο σε περίπου 126 εκατ. δολάρια.
Στον βασικό δείκτη MSCI Greece Standard η JP Morgan εκτιμά ότι θα συμμετέχουν οι Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Τράπεζα Πειραιώς, ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και Allwyn, ενώ ακόμη 17 ελληνικές εισηγμένες θα ενταχθούν στον δείκτη Small Cap.
Μικρές εκροές από τους δείκτες FTSE
Πιο περιορισμένες χαρακτηρίζονται οι επιπτώσεις από την αναβάθμιση στους δείκτες της FTSE Russell, όπου η JP Morgan υπολογίζει καθαρές εκροές περίπου 110,5 εκατ. ευρώ για την ελληνική αγορά.
Ωστόσο, οι δέκα ελληνικές μετοχές που θα συμμετέχουν στον βασικό δείκτη των ανεπτυγμένων αγορών της FTSE εκτιμάται ότι θα συγκεντρώσουν καθαρές εισροές περίπου 71 εκατ. δολαρίων, περιορίζοντας σημαντικά το συνολικό αρνητικό αποτέλεσμα.
Επενδυτική ιστορία με συνέχεια
Η JP Morgan θεωρεί ότι η ελληνική αγορά εισέρχεται σε μία νέα περίοδο αυξημένου διεθνούς ενδιαφέροντος, όπου οι εισροές από τις αναδιαρθρώσεις των μεγάλων δεικτών συνδυάζονται με ισχυρά εταιρικά θεμελιώδη και αποτιμήσεις που εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Κατά την αμερικανική τράπεζα, η αναβάθμιση της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αλλαγή στους δείκτες, αλλά μια εξέλιξη που μπορεί να διευρύνει τη διεθνή επενδυτική βάση του Χρηματιστηρίου Αθηνών και να λειτουργήσει ως μοχλός υπεραπόδοσης για τις ελληνικές μετοχές, με τις τράπεζες να παραμένουν στην πρώτη γραμμή του επενδυτικού ενδιαφέροντος.




