Διαχειρίσιμο το κόστος του νόμου Κατσέλη για τις τράπεζες, οι επιχειρήσεις «γέμισαν» τις τράπεζες με 5 δισ. καταθέσεις τον Μάιο και ποιοι δεν θέλουν να αποκτήσουν επαγγελματικά δικαιωμάτων οι νέοι εργαζόμενοι

Η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των τόκων των στεγαστικών δανείων του νόμου Κατσέλη δεν αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά την κερδοφορία και την πιστοληπτική εικόνα των ελληνικών τραπεζών, σύμφωνα με τη Moody’s. Ο οίκος αξιολόγησης χαρακτηρίζει το συνολικό κόστος «διαχειρίσιμο», εκτιμώντας ότι δεν μεταβάλλει την αξιολόγησή του για τα πιστωτικά προφίλ, τη φερεγγυότητα και τις προοπτικές των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.

Η πρόσφατη τροπολογία προβλέπει ότι οι τόκοι των δανείων του νόμου Κατσέλη θα υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου, με αναδρομική εφαρμογή. Η κυβέρνηση υπολογίζει το συνολικό κόστος στα 700 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 500 εκατ. αφορούν μελλοντικά διαφυγόντα έσοδα από τόκους και 200 εκατ. ευρώ την αναδρομική αναγνώριση επιπλέον τόκων που έχουν ήδη καταβληθεί.

Η Moody’s επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης θα απορροφηθεί μέσω του προγράμματος «Ηρακλής», ενώ τα 200 εκατ. ευρώ θα επιμεριστούν ισόποσα μεταξύ τραπεζών και servicers. Οι τράπεζες αναμένεται να σχηματίσουν έκτακτες προβλέψεις στα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου, ωστόσο το κόστος θεωρείται περιορισμένο σε σχέση με τα προ προβλέψεων έσοδα άνω των 6,5 δισ. ευρώ που κατέγραψαν το 2025 και καλύπτεται άνετα από τους ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (CET1 13%-17%).

Ο οίκος αποδίδει τη χαμηλή επίπτωση στο γεγονός ότι τα περισσότερα δάνεια έχουν ήδη τιτλοποιηθεί μέσω του «Ηρακλή», ενώ η έκθεση των τραπεζών αφορά κυρίως senior τίτλους με κρατική εγγύηση. Παράλληλα, διατηρεί υπό παρακολούθηση τρεις κινδύνους, όπως πιθανές δικαστικές εξελίξεις, επέκταση της εφαρμογής της απόφασης σε άλλες κατηγορίες δανείων και ενδεχόμενη αύξηση του συνολικού κόστους πάνω από τα 700 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι κανένα από αυτά τα σενάρια δεν αποτελεί, προς το παρόν, τη βασική της εκτίμηση.

******

Ισχυρή επιτάχυνση κατέγραψε η τραπεζική χρηματοδότηση και σημαντική ανάκαμψη παρουσίασαν οι καταθέσεις τον Μάιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, επιβεβαιώνοντας τη βελτίωση της ρευστότητας στην οικονομία και την αυξημένη χρηματοδοτική δραστηριότητα προς τις επιχειρήσεις.

Οι συνολικές καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 5,3 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Απρίλιο, με σχεδόν το σύνολο της ανόδου να προέρχεται από τις επιχειρήσεις, οι οποίες ενίσχυσαν τα υπόλοιπά τους κατά 4,97 δισ. ευρώ. Αντίθετα, οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν με σαφώς ηπιότερο ρυθμό, κατά 340 εκατ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των συνολικών καταθέσεων επιταχύνθηκε στο 8,1% από 6,4% τον Απρίλιο.

Την ίδια στιγμή, η συνολική τραπεζική χρηματοδότηση της οικονομίας επέστρεψε σε θετικό έδαφος, με καθαρή μηνιαία πιστωτική επέκταση 1,64 δισ. ευρώ, έναντι αρνητικής ροής τον προηγούμενο μήνα, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης διαμορφώθηκε στο 4,6%.

Κύριος μοχλός της πιστωτικής επέκτασης ήταν οι επιχειρήσεις, οι οποίες άντλησαν νέα δάνεια ύψους 1,29 δισ. ευρώ, με τον ετήσιο ρυθμό χρηματοδότησης να ενισχύεται στο 9,8%. Αντίθετα, η χρηματοδότηση προς ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες παρέμεινε αρνητική, ενώ τα δάνεια προς τα νοικοκυριά εμφάνισαν οριακή θετική καθαρή ροή.

******

Περίεργες αντιδράσεις φαίνεται να προκαλεί το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που μεταξύ άλλων προωθεί την αναγνώριση του χρόνου μαθητείας και πρακτικής άσκησης αποφοίτων δομών Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

Ορισμένοι εργοδότες φαίνεται να υποβαθμίζουν τη σημασία της μαθητείας, αντιμετωπίζοντάς την περίπου ως απλή παρακολούθηση ή θεωρητική άσκηση. Θεωρούν, δηλαδή, ότι οι μαθητευόμενοι «απλώς παρατηρούν», παραβλέποντας ότι πρόκειται για οργανωμένη διαδικασία μάθησης στον χώρο εργασίας, με συγκεκριμένο πρόγραμμα, εποπτεία από πιστοποιημένους επαγγελματίες και αξιολόγηση.

Στην πραγματικότητα, η μαθητεία σημαίνει ουσιαστική συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, με ασφαλιστική κάλυψη και αμοιβή. Είναι ένας σημαντικός θεσμός, στον οποίο συμμετέχουν κάθε χρόνο χιλιάδες επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα, δίνοντας στους εκπαιδευόμενους τη δυνατότητα να αποκτούν δεξιότητες μέσα από την καθημερινή πρακτική εφαρμογή του αντικειμένου τους.

Σε μια περίοδο που η Ελλάδα δίνει μάχη για να καλύψει τις μεγάλες ελλείψεις σε τεχνικές ειδικότητες, με τη ΔΥΠΑ και άλλους φορείς να έχουν ενεργό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια, οι αντιδράσεις αυτές προκαλούν εύλογα ερωτήματα.

Μήπως τελικά κάποιοι δεν βλέπουν με καλό μάτι την απόκτηση επαγγελματικών δικαιωμάτων από νέους εργαζόμενους;