ΟΟΣΑ: Πληθωρισμός 4,2% στην Ελλάδα το 2026 – Υποβαθμίζει τις προβλέψεις για την ανάπτυξη

Η κλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή αρχίζει να αποτυπώνεται και στις προβλέψεις των διεθνών οργανισμών για την ελληνική οικονομία, με τον ΟΟΣΑ να αναθεωρεί προς τα κάτω τις εκτιμήσεις του για την ανάπτυξη και ταυτόχρονα να προβλέπει σημαντικά υψηλότερο πληθωρισμό τα επόμενα δύο χρόνια.

Στην τελευταία έκθεσή του, ο Οργανισμός εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα διατηρήσει μεν θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, ωστόσο σε χαμηλότερα επίπεδα από όσα προέβλεπε πριν από την έκρηξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,9% το 2026 και κατά 2% το 2027, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για ανάπτυξη 2,2% το 2026.

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία του πληθωρισμού. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα εκτιναχθεί στο 4,2% το 2026, σημαντικά υψηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις που τοποθετούσαν τον δείκτη κοντά στο 2,1%, πριν από την ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Για το 2027 προβλέπεται αποκλιμάκωση στο 2,6%, χωρίς ωστόσο να επιτυγχάνεται άμεσα η πλήρης επιστροφή στον στόχο του 2%.

Παρά τις δυσμενέστερες προβλέψεις, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να στηρίζεται από τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται να οδηγήσουν σε αύξηση των επενδύσεων κατά 7,1% το 2026 και κατά 3,2% το 2027, ενώ η ενίσχυση της απασχόλησης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και τα μέτρα στήριξης για το ενεργειακό κόστος αναμένεται να περιορίσουν τις απώλειες στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Σημαντικό ρόλο στην τόνωση της εγχώριας ζήτησης αναμένεται να διαδραματίσουν και οι προγραμματισμένες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, καθώς ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι θα ενισχύσουν περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και θα λειτουργήσουν ως αντίβαρο στις πληθωριστικές πιέσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έκθεση στις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ο Οργανισμός υπογραμμίζει ότι η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 16% στο διάστημα Φεβρουαρίου – Απριλίου, ενώ οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ επηρεάζουν ήδη το διεθνές εμπόριο, τις ενεργειακές εισαγωγές και τις εξαγωγές υπηρεσιών.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιόμορφη θέση απέναντι στις εξελίξεις. Από τη μία πλευρά, η ελληνική ναυτιλία ενδέχεται να ωφεληθεί από την αύξηση των ναύλων και τη μεγαλύτερη ζήτηση μεταφορικών υπηρεσιών, καθώς οι Έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας του εμπορικού στόλου. Από την άλλη πλευρά, η χώρα παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη στις ενεργειακές αναταράξεις, καθώς οι καθαρές εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου καλύπτουν περίπου το 93% του συνολικού ενεργειακού εφοδιασμού της οικονομίας.

Παρά τις αυξημένες εξωτερικές προκλήσεις, ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται σχετικά αισιόδοξος για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας. Προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ το 2026 και 2,7% το 2027, ενώ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, υποχωρώντας στο 129,8% του ΑΕΠ έως το 2027.

Ωστόσο, ο Οργανισμός απευθύνει σαφείς συστάσεις προς την ελληνική κυβέρνηση. Τονίζει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η μείωση του χρέους πρέπει να παραμείνουν βασικές προτεραιότητες, ενώ υπογραμμίζει την ανάγκη περιορισμού των φορολογικών απαλλαγών και εντατικοποίησης της μάχης κατά της φοροδιαφυγής, ώστε να δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για επενδύσεις στην υγεία και την παιδεία.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα έκτακτα μέτρα στήριξης για την ενέργεια θα πρέπει να αποσυρθούν σταδιακά όταν οι πληθωριστικές πιέσεις αρχίσουν να υποχωρούν, ενώ ζητά επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα.
Συνολικά, η έκθεση του ΟΟΣΑ αναδεικνύει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρές αντοχές και σημαντικές αναπτυξιακές στηρίξεις, όμως η ενεργειακή κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μετατρέπεται πλέον στον σημαντικότερο εξωτερικό κίνδυνο για την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τη συνολική πορεία της οικονομίας τα επόμενα δύο χρόνια.