
Η περίοδος ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου αναμένεται να αποτελέσει ένα ακόμη σημαντικό τεστ για τις ελληνικές τράπεζες, με τις προσδοκίες της αγοράς να παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές. Η πιστωτική επέκταση εξακολουθεί να κινείται με ισχυρούς ρυθμούς, τα υψηλότερα επιτόκια συνεχίζουν να στηρίζουν τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενώ η αυξημένη δραστηριότητα στις αγορές κεφαλαίου και στις υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας ενισχύει περαιτέρω τις προμήθειες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Πειραιώς Χρηματιστηριακή εκτιμά ότι τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου θα επιβεβαιώσουν την ανθεκτικότητα της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών και θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για νέες αναβαθμίσεις των επιχειρηματικών τους στόχων.
Η χρηματιστηριακή διατηρεί σύσταση «υπεραπόδοση» (Outperform) και για τις τρεις μεγάλες τράπεζες που καλύπτει –Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Alpha Bank– εκτιμώντας ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να υποτιμούν τη δυναμική των ελληνικών τραπεζικών ομίλων.
Οι νέες τιμές-στόχοι διαμορφώνονται στα 5,20 ευρώ για τη Eurobank, 17,70 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και 5,50 ευρώ για την Alpha Bank. Με βάση τις αποτιμήσεις αυτές, η συνολική δυνητική απόδοση –συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων– διαμορφώνεται περίπου στο 32% για τη Eurobank, 28% για την Εθνική και 50% για την Alpha Bank, η οποία εμφανίζει και το μεγαλύτερο περιθώριο επανατιμολόγησης.
Eurobank: Η πιο ποιοτική επενδυτική επιλογή
Παρότι η Alpha Bank παρουσιάζει το υψηλότερο θεωρητικό περιθώριο ανόδου, η Πειραιώς Χρηματιστηριακή εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη Eurobank ως την κορυφαία μακροπρόθεσμη επιλογή του ελληνικού τραπεζικού κλάδου.
Η βασική διαφοροποίηση της Eurobank αφορά τη σταθερή παραγωγή οργανικής κερδοφορίας, τη γεωγραφική διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων της, την αυξημένη συμμετοχή των εργασιών στο εξωτερικό στα συνολικά κέρδη και τη σημαντική συμβολή της ασφαλιστικής δραστηριότητας μέσω της Eurolife.
Η χρηματιστηριακή θεωρεί ότι τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε αναθεώρηση της καθοδήγησης (guidance) της διοίκησης για το σύνολο του 2026.
Σήμερα η διοίκηση προβλέπει καθαρή πιστωτική επέκταση 3,8 δισ. ευρώ και καθαρά έσοδα από τόκους άνω των 1,6 δισ. ευρώ. Ωστόσο, με βάση την πορεία του πρώτου εξαμήνου, η Πειραιώς Χρηματιστηριακή θεωρεί πιθανή αύξηση των στόχων σε πάνω από 4,1 δισ. ευρώ για τη νέα χρηματοδότηση και πάνω από 1,7 δισ. ευρώ για τα καθαρά έσοδα από τόκους.
Στις δικές της προβλέψεις εμφανίζεται ακόμη πιο αισιόδοξη, εκτιμώντας πιστωτική επέκταση 4,25 δισ. ευρώ και καθαρά έσοδα από τόκους περίπου 2,73 δισ. ευρώ για το σύνολο της χρήσης.
Για το δεύτερο τρίμηνο προβλέπονται καθαρά κέρδη 377 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 14% έναντι του πρώτου τριμήνου, ενώ τα καθαρά κέρδη του εξαμήνου εκτιμώνται στα 707 εκατ. ευρώ ή 728 εκατ. ευρώ εξαιρουμένων των έκτακτων επιβαρύνσεων και των αποτελεσμάτων από διακοπείσες δραστηριότητες.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένονται στα 677 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 7,1% σε ετήσια βάση, ενώ τα έσοδα από προμήθειες εκτιμώνται στα 209 εκατ. ευρώ.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση υπολογίζεται κοντά στα 1,1 δισ. ευρώ μέσα στο τρίμηνο, οδηγώντας τα εξυπηρετούμενα δάνεια περίπου στα 53 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) αναμένεται κοντά στο 16%, ενώ ο δείκτης CET1 διατηρείται στο 15,4%, επίπεδο που επιτρέπει στη διοίκηση να συνεχίσει τη γενναιόδωρη πολιτική επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους.
Η αποτίμηση της μετοχής βασίζεται σε πολλαπλασιαστή περίπου 1,9 φορές την ενσώματη λογιστική αξία του 2027, με διατηρήσιμο RoTE 17%, γεγονός που σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή δικαιολογεί το premium αποτίμησης έναντι των ανταγωνιστών της.
Alpha Bank: Το μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου
Η Alpha Bank αποτελεί την επιλογή με το μεγαλύτερο περιθώριο ανατίμησης σύμφωνα με την Πειραιώς Χρηματιστηριακή, η οποία διατηρεί τη μετοχή μεταξύ των κορυφαίων επενδυτικών επιλογών της.
Η τιμή-στόχος των 5,50 ευρώ ενσωματώνει όχι μόνο τη βελτίωση της λειτουργικής κερδοφορίας αλλά και ένα στρατηγικό premium 15%, που αποδίδεται στη συνεργασία και στη μετοχική συμμετοχή της UniCredit.
Για το δεύτερο τρίμηνο προβλέπονται καθαρά κέρδη 240 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 32% σε δημοσιευμένη βάση και κατά 8% σε προσαρμοσμένη βάση έναντι του πρώτου τριμήνου.
Τα καθαρά κέρδη του εξαμήνου εκτιμώνται στα 421 εκατ. ευρώ, ενώ χωρίς την επίδραση του κόστους της εθελουσίας εξόδου υπολογίζονται στα 461 εκατ. ευρώ.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους προβλέπονται στα 425 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 6% σε ετήσια βάση, καθώς η ισχυρή πιστωτική επέκταση, οι επανεπενδύσεις του χαρτοφυλακίου τίτλων και οι υψηλότερες αποδόσεις αντισταθμίζουν το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και τις πιέσεις από τις προθεσμιακές καταθέσεις.
Οι προμήθειες αναμένονται στα 147 εκατ. ευρώ, υποστηριζόμενες τόσο από την οργανική ανάπτυξη όσο και από τις πρόσφατες εξαγορές, ενώ τα εξυπηρετούμενα δάνεια εκτιμώνται στα 39 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά περίπου 900 εκατ. ευρώ μέσα στο τρίμηνο.
Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 12%, χαμηλότερα από τα επίπεδα της Eurobank και της Εθνικής, όμως η αποτίμηση της Alpha εξακολουθεί να εμφανίζεται σημαντικά χαμηλότερη.
Η χρηματιστηριακή επισημαίνει ότι η μετοχή αποτιμάται περίπου στη μία φορά την ενσώματη λογιστική αξία του 2027 και σε περίπου 8,2 φορές τα αναμενόμενα κέρδη, γεγονός που αφήνει σημαντικό περιθώριο σύγκλισης προς τις αποτιμήσεις των ανταγωνιστών της.
Το βασικό στοίχημα για τη διοίκηση παραμένει η επιτυχής ενσωμάτωση των πρόσφατων εξαγορών, η αύξηση των προμηθειών και η πλήρης αξιοποίηση της στρατηγικής συνεργασίας με τη UniCredit, ώστε να ενισχυθεί διατηρήσιμα η απόδοση κεφαλαίων.
Εθνική Τράπεζα: Το ισχυρότερο κεφαλαιακό προφίλ
Για την Εθνική Τράπεζα, η Πειραιώς Χρηματιστηριακή εξακολουθεί να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ισχυρή κεφαλαιακή βάση και στη δυνατότητα περαιτέρω αναβάθμισης των εκτιμήσεων για τα κέρδη.
Η χρηματιστηριακή θεωρεί πιθανό τα κέρδη ανά μετοχή του 2026, προσαρμοσμένα για την ακύρωση των 22,3 εκατ. ιδίων μετοχών, να υπερβούν τα 1,45 ευρώ, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 1,40 ευρώ.
Για το δεύτερο τρίμηνο προβλέπει δημοσιευμένα καθαρά κέρδη 278 εκατ. ευρώ και προσαρμοσμένα κέρδη 302 εκατ. ευρώ, ενώ για το πρώτο εξάμηνο οι αντίστοιχες εκτιμήσεις διαμορφώνονται στα 550 εκατ. ευρώ και 646 εκατ. ευρώ.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένονται στα 552 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,9% σε ετήσια βάση.
Για ολόκληρο το 2026 προβλέπονται περίπου 2,25 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 5,6%, καθώς η ανάπτυξη των χορηγήσεων και η ανατιμολόγηση του ενεργητικού συνεχίζουν να ενισχύουν την οργανική κερδοφορία.
Η ίδια η τράπεζα έχει υπολογίσει ότι κάθε αύξηση 25 μονάδων βάσης στα επιτόκια προσθέτει περίπου 40 εκατ. ευρώ στα ετήσια καθαρά έσοδα από τόκους.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση αναμένεται να φθάσει περίπου το 1 δισ. ευρώ στο δεύτερο τρίμηνο και τα 1,5 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, οδηγώντας τα εξυπηρετούμενα δάνεια στα 38,8 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 12,7% σε ετήσια βάση.
Οι προμήθειες προβλέπονται στα 123 εκατ. ευρώ, ενώ η συνεργασία με την Allianz αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη δημιουργία προμηθειών και την κερδοφορία τα επόμενα χρόνια.
Ο δείκτης CET1 υπολογίζεται στο ιδιαίτερα υψηλό 17,2%, γεγονός που δίνει στη διοίκηση σημαντική ευελιξία για χρηματοδότηση της πιστωτικής ανάπτυξης, υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους αλλά και επιλεκτικές εξαγορές.
Οι τρεις διαφορετικές επενδυτικές ιστορίες
Η Πειραιώς Χρηματιστηριακή θεωρεί ότι οι τρεις τράπεζες εισέρχονται στη φάση ανακοίνωσης αποτελεσμάτων από διαφορετικές αφετηρίες αλλά με κοινό παρονομαστή την ισχυρή οργανική κερδοφορία.
Η Eurobank ξεχωρίζει ως η πιο ολοκληρωμένη επενδυτική επιλογή, χάρη στη γεωγραφική διαφοροποίηση, τις διεθνείς δραστηριότητες και τη σταθερή δημιουργία κεφαλαίου. Η Εθνική Τράπεζα διαθέτει το ισχυρότερο κεφαλαιακό προφίλ και σημαντικά περιθώρια για υψηλότερες διανομές και αναβάθμιση των προβλέψεων. Η Alpha Bank, τέλος, συνδυάζει το μεγαλύτερο περιθώριο επανατιμολόγησης με σημαντικές προοπτικές βελτίωσης της κερδοφορίας μέσω οργανικής ανάπτυξης, εξαγορών και της στρατηγικής συνεργασίας με τη UniCredit.
Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, τα ανθεκτικά καθαρά έσοδα από τόκους και τις ισχυρές κεφαλαιακές βάσεις, η χρηματιστηριακή εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν από τις πλέον ελκυστικές επενδυτικές επιλογές στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά, με το δεύτερο τρίμηνο να μπορεί να λειτουργήσει ως νέος καταλύτης για περαιτέρω αναβαθμίσεις τόσο των επιχειρηματικών στόχων όσο και των αποτιμήσεών τους.




