Πρωταθλήτρια στην φορολόγηση της εργασίας η Ελλάδα, νέο άλμα στις ρυθμίσεις του Εξωδικαστικού και «ψαλιδίζονται» οι προβλέψεις για την Ευρωζώνη

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει τη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη φορολογία, η οποία αναγνωρίζει παράλληλα σημαντική πρόοδο στον ψηφιακό μετασχηματισμό και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.

Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής (Implicit Tax Rate – ITR) στην εργασία διαμορφώνεται στο 44,8%, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, έναντι 37,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό σημαίνει ότι από κάθε 100 ευρώ συνολικού κόστους απασχόλησης, σχεδόν τα 45 ευρώ κατευθύνονται στο Δημόσιο μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Μάλιστα, την τελευταία δεκαετία ο δείκτης αυξήθηκε κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες, καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη άνοδο στην Ένωση.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η υψηλή επιβάρυνση αυξάνει το κόστος εργασίας και περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ δημιουργεί αντικίνητρα τόσο για την είσοδο όσο και για την παραμονή στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση του μεριδίου του ΦΠΑ στο φορολογικό μείγμα από το 2014 και βρίσκεται πρώτη στην ΕΕ στα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Στον αντίποδα, η Κομισιόν αποδίδει εύσημα για τις εκτεταμένες φορολογικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου 2020-2025, με αιχμή το myDATA, την ηλεκτρονική τιμολόγηση και την ψηφιοποίηση των φορολογικών υπηρεσιών. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η αυξημένη πολυπλοκότητα του συστήματος επιβαρύνει κυρίως τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ το 18% των Ελλήνων εξακολουθεί να χρειάζεται λογιστή για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

*******

Με σταθερά ανοδικούς ρυθμούς κινείται ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, καθώς τα τελευταία στοιχεία καταγράφουν αυξημένη συμμετοχή πολιτών και επιχειρήσεων, μετά τη διεύρυνση των κριτηρίων υπαγωγής που εισήγαγε το νέο νομοθετικό πλαίσιο.

Τον Ιούνιο ολοκληρώθηκαν 1.800 νέες ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές ύψους 458,6 εκατ. ευρώ, ενώ οι εκκινήσεις αιτήσεων ανήλθαν στις 6.129, σημειώνοντας υψηλό εξαμήνου. Παράλληλα, οι οριστικές υποβολές διαμορφώθηκαν στις 3.356, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη δυναμική του μηχανισμού.

Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας έχουν ολοκληρωθεί 64.406 επιτυχείς ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές 19,67 δισ. ευρώ, γεγονός που αντανακλά την αυξανόμενη εμπιστοσύνη των οφειλετών στο συγκεκριμένο εργαλείο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η κοινωνική διάσταση του μηχανισμού, καθώς το 12,5% των ρυθμίσεων του Ιουνίου αφορά οικονομικά ευάλωτους οφειλέτες και άτομα με αναπηρία. Επιπλέον, 584 οφειλέτες έχουν ήδη εξασφαλίσει αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, προστατεύοντας την κύρια κατοικία και την περιουσία τους.

Παράλληλα, οι τέσσερις μεγαλύτεροι servicers προχώρησαν τον Μάιο σε 4.821 διμερείς ρυθμίσεις, συνολικού ύψους 399,3 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά στεγαστικά δάνεια. Την ίδια ώρα, μέσω της υπηρεσίας myEGDIXlive πραγματοποιήθηκαν 24.796 ραντεβού το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενισχύοντας την πρόσβαση των πολιτών στις διαθέσιμες λύσεις ρύθμισης οφειλών.

*******

Η αναζωπύρωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή οδηγεί τους οικονομολόγους σε πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης, καθώς οι νέες συγκρούσεις και οι αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ αυξάνουν την αβεβαιότητα για τις ενεργειακές ροές και τον πληθωρισμό.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Bloomberg, οι αναλυτές υποβάθμισαν την πρόβλεψή τους για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης το 2026 στο 0,5%, από 0,7% έναν μήνα νωρίτερα, επίπεδο χαμηλότερο και από το βασικό σενάριο της ΕΚΤ, που προβλέπει ανάπτυξη 0,8%. Η επιδείνωση του κλίματος αποδίδεται στην επανέναρξη των εχθροπραξιών μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Donald Trump περί λήξης της εκεχειρίας με το Ιράν.

Παράλληλα, οι οικονομολόγοι αναθεώρησαν προς τα κάτω και τις εκτιμήσεις για το 2028, ενώ διατήρησαν αμετάβλητες τις προβλέψεις για το 2027. Για τον πληθωρισμό, η μέση πρόβλεψη διαμορφώνεται στο 2,8% το 2026, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ.

Οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, ενώ η πρώτη μείωση τοποθετείται πλέον για τον Σεπτέμβριο του 2027.

Ωστόσο, η Capital Economics εκτιμά ότι η μέχρι στιγμής άνοδος του Brent, το οποίο κινείται κοντά στα 78 δολάρια ανά βαρέλι, δεν συνιστά ακόμη επίπεδο συναγερμού για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς οι τιμές παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τις παραδοχές που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ στις τελευταίες μακροοικονομικές της προβλέψεις.