
Σημάδια αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού καταγράφονται τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωζώνη, ωστόσο οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πηγή αβεβαιότητας για την πορεία των τιμών και της νομισματικής πολιτικής. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του τελευταίου Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο αποτυπώνει μια πιο ισορροπημένη εικόνα για τις πληθωριστικές πιέσεις, χωρίς όμως να αποκλείει νέα αυστηροποίηση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (HICP) διαμορφώθηκε τον Ιούνιο στο 2,8% στην Ευρωζώνη (προκαταρκτική εκτίμηση) και στο 3,9% στην Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν αρχίσει να αποκλιμακώνονται σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες. Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πληθωρισμός κινήθηκε ανοδικά, φθάνοντας το 4,2% τον Μάιο.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η υποχώρηση του γενικού πληθωρισμού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά ενέργειας. Η σταδιακή αποκατάσταση της ομαλής διέλευσης των φορτίων μέσω των Στενών του Ορμούζ οδήγησε σε αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου κατά το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου μήνα. Ωστόσο, η πρόσφατη αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή έχει ήδη προκαλέσει νέα, αν και περιορισμένη, άνοδο των τιμών του αργού, υπενθυμίζοντας ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν ενεργοί.
Παράλληλα, οι τιμές του φυσικού αερίου συνέχισαν να κινούνται ανοδικά, καθώς εντάθηκε ο ανταγωνισμός για φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες επιταχύνουν την αναπλήρωση των αποθεμάτων τους ενόψει της χειμερινής περιόδου.
Παρότι η ενέργεια αποτέλεσε την ταχύτερα αναπτυσσόμενη συνιστώσα του πληθωρισμού κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι οι υπηρεσίες εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα διατήρησης του πληθωρισμού. Στην Ελλάδα ο πληθωρισμός των υπηρεσιών προσέθεσε 2,1 ποσοστιαίες μονάδες στον συνολικό δείκτη, ενώ στην Ευρωζώνη η συμβολή του διαμορφώθηκε στις 1,5 ποσοστιαίες μονάδες, με την ενέργεια και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα να ακολουθούν.
Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι οι αγορές έχουν αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προσδοκίες τους για τον μελλοντικό πληθωρισμό τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στις εκτιμήσεις για σταδιακή εξομάλυνση της ενεργειακής προσφοράς, αλλά και στην προσήλωση των κεντρικών τραπεζών στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.
Ωστόσο, όσον αφορά τη νομισματική πολιτική, οι αγορές εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές. Για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξακολουθεί να προεξοφλείται μία ακόμη αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του 2026, ενώ η πιθανότητα μιας επιπλέον αύξησης στις αρχές του 2027 έχει ενισχυθεί μετά τις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίστοιχα, οι αγορές έχουν αυξήσει τις προσδοκίες για περαιτέρω σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής της Fed. Το βασικό σενάριο προβλέπει μία αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του 2026, ενώ δεν αποκλείεται και δεύτερη αύξηση έως τα μέσα του 2027, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις της νέας ηγεσίας της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας υπέρ της αυστηρής προσήλωσης στον στόχο της σταθερότητας των τιμών.
Το συμπέρασμα του Inflation Monitor είναι ότι, παρά τη σαφή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η διαδικασία επιστροφής στη σταθερότητα των τιμών δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και κυρίως οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων από τις κεντρικές τράπεζες εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αναζωπυρωθούν.




