
Στις τρεις πιο ελκυστικές αγορές της περιοχής EEMEA (Αναδυόμενη Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική) κατατάσσει πλέον η Bank of America το Χρηματιστήριο Αθηνών, παρά το δυσμενές γεωπολιτικό περιβάλλον και την αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλεί η καθυστέρηση επίτευξης συμφωνίας για το Ιράν.
Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση του αμερικανικού επενδυτικού οίκου, η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη θέση της στις επενδυτικές προτιμήσεις, με τα μοντέλα της BofA να τη φέρνουν πλέον στην κορυφαία τριάδα της περιοχής, μαζί με τη Νότια Αφρική και την Τουρκία. Παράλληλα, τα διεθνή χαρτοφυλάκια εξακολουθούν να διατηρούν overweight θέσεις στην ελληνική αγορά, ένδειξη ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να εμπιστεύονται τις προοπτικές της.
Η BofA σημειώνει ότι η απουσία συμφωνίας ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τις υψηλές τιμές ενέργειας, έχει περιορίσει τις προσδοκίες για ταχύτερες μειώσεις επιτοκίων από τη Fed και έχει οδηγήσει σε ήπιες αλλά σταθερές εκροές κεφαλαίων από τις περισσότερες αγορές EEMEA κατά τον Μάιο. Εξαίρεση αποτέλεσε η Τουρκία, η οποία κατέγραψε εισροές.
Ο οίκος διατηρεί εποικοδομητική στάση για την περιοχή, στηρίζοντας την επενδυτική του άποψη στην εκτίμηση ότι η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου θα κινηθεί προς το 1,20 έως το τέλος του έτους. Ωστόσο, προτρέπει τους επενδυτές να κινούνται επιλεκτικά, αγοράζοντας σε περιόδους υπερβολικής απαισιοδοξίας και μειώνοντας θέσεις όταν κυριαρχεί ο εφησυχασμός, καθώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι.
*******
Σε συμφωνία στρατηγικής σημασίας για την ελληνική αγορά Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας προχώρησαν η ΔΕΗ και η MORE, θυγατρική του Ομίλου Motor Oil, ολοκληρώνοντας ένα πακέτο συναλλαγών συνολικής αξίας 237 εκατ. ευρώ που ενισχύει το χαρτοφυλάκιο της ΔΕΗ και ανακατευθύνει τη στρατηγική ανάπτυξης της MORE.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η ΔΕΗ αποκτά έξι εν λειτουργία αιολικά πάρκα συνολικής ισχύος 107,1 MW σε Φλώρινα, Φθιώτιδα και Φωκίδα, ενισχύοντας άμεσα την παραγωγική της βάση στις ΑΠΕ. Παράλληλα, αποκτά το υπόλοιπο 51% σε 12 εταιρείες ειδικού σκοπού που αναπτύσσουν φωτοβολταϊκά έργα συνολικής ισχύος 1.175 MW, αποκτώντας πλέον τον πλήρη έλεγχο των συγκεκριμένων επενδύσεων, στις οποίες ήδη κατείχε το 49%.
Για τη ΔΕΗ, η συναλλαγή αποτελεί ακόμη ένα βήμα προς τον στρατηγικό στόχο ανάπτυξης χαρτοφυλακίου ΑΠΕ ισχύος 19 GW έως το 2030, ενισχύοντας τόσο την παρουσία της στην Ελλάδα όσο και τη θέση της στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Από την πλευρά της, η MORE προχωρά σε αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου της, επιλέγοντας να κατευθύνει κεφάλαια προς τομείς με υψηλότερες αναμενόμενες αποδόσεις, όπως η αιολική ενέργεια και τα συστήματα αποθήκευσης. Η εταιρεία, η οποία διαθέτει σήμερα εγκατεστημένη ισχύ κοντά στο 1 GW, διατηρεί συμμετοχές σε έργα υπό ανάπτυξη ισχύος 288 MW και επαναβεβαιώνει τον στόχο για εγκατεστημένη ισχύ 2 GW και EBITDA άνω των 250 εκατ. ευρώ έως το 2030.
*******
Τα παλαιά ακίνητα εξακολουθούν να κυριαρχούν στην ελληνική αγορά κατοικίας, καθώς περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις αγοραστές επιλέγουν σπίτια ηλικίας άνω των 20 ετών. Σύμφωνα με στοιχεία της RE/MAX Ελλάς για το 2025, το 75,6% των οικιστικών ακινήτων που άλλαξαν χέρια μέσω του δικτύου της αφορούσε κατοικίες ηλικίας άνω των δύο δεκαετιών, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική τάση της αγοράς προς τα παλαιότερα ακίνητα.
Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τη χαμηλή διαθεσιμότητα νεόδμητων κατοικιών, καθώς τα ακίνητα ηλικίας έως πέντε ετών αντιπροσώπευαν μόλις το 12,3% των συνολικών πωλήσεων. Παρά τη μεγάλη ζήτηση για σύγχρονες και ενεργειακά αποδοτικές κατοικίες, η προσφορά παραμένει περιορισμένη, οδηγώντας σημαντικό μέρος των αγοραστών σε εναλλακτικές επιλογές.
Η τάση είναι ακόμη πιο έντονη στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας. Στην Αττική το 86,2% των κατοικιών που πωλήθηκαν ήταν άνω των 20 ετών, ενώ στη Θεσσαλονίκη το αντίστοιχο ποσοστό έφθασε το 87%. Αντίθετα, στην περιφέρεια παρατηρείται μεγαλύτερη παρουσία νεότερων ακινήτων, με τα σπίτια ηλικίας έως πέντε ετών να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 18% των συναλλαγών.
Συνολικά, οι κατοικίες παρέμειναν η κυρίαρχη κατηγορία ακινήτων το 2025, καλύπτοντας σχεδόν το 75% των αγοραπωλησιών. Ωστόσο, το βασικό συμπέρασμα της αγοράς παραμένει ότι η έλλειψη νέων κατασκευών εξακολουθεί να στρέφει τη ζήτηση προς τα παλαιότερα ακίνητα.



























