Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026
Οι άνθρωποι που αποφασίζουν, οι εταιρείες που κινούν την αγορά, το παρασκήνιο πίσω από τις κινήσεις.

Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Ανάπτυξη 2% το 2027 και «καμπανάκι» για ακρίβεια και επενδύσεις

Χαμηλότερη ανάπτυξη από αυτή που προβλέπει η κυβέρνηση για το 2027 αναμένει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ), προειδοποιώντας παράλληλα για τους κινδύνους από την ενεργειακή ακρίβεια, τον επίμονο πληθωρισμό και την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Στη φθινοπωρινή έκθεσή του, το ΕΔΣ εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 2% το 2027, έναντι 2,3% που προβλέπει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Για το 2026, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο διατηρεί αμετάβλητη την εκτίμησή του για ανάπτυξη 1,9%, έναντι 2% της κυβερνητικής πρόβλεψης. Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να στηρίζεται στις ιδιωτικές επενδύσεις και την κατανάλωση, ωστόσο παραμένουν σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, η περιορισμένη αποταμίευση, το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και το επενδυτικό χάσμα με την Ευρώπη.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δυνατότητα διατήρησης της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς η σταδιακή εξάντληση των ευρωπαϊκών πόρων δημιουργεί αβεβαιότητα για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων. Ο συγκεκριμένος παράγοντας εξηγεί εν μέρει τη συγκρατημένη πρόβλεψη του ΕΔΣ για το 2027.

Παράλληλα, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις υψηλές τιμές ενέργειας, επισημαίνοντας ότι η παρατεταμένη ενεργειακή κρίση μπορεί να οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις προϊόντων και υπηρεσιών, συντηρώντας τον πληθωρισμό και περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Συνολικά, το ΕΔΣ θεωρεί ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία υπερισχύουν, λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, του αυξημένου ενεργειακού κόστους και των ερωτημάτων για την πορεία των επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζει την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας και αντιμετώπισης των διαρθρωτικών αδυναμιών, ώστε η ανάπτυξη να παραμείνει βιώσιμη και μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.

Η δυναμική και οι κίνδυνοι

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη δυναμική και ανθεκτικότητα, τονίζει το ΕΔΣ. Παρά τις σοβαρές αναταράξεις του διεθνούς περιβάλλοντος, που έχουν επηρεάσει αρνητικά ακόμη και παραδοσιακά ισχυρές οικονομίες, η χώρα μας διατηρεί σταθερή αναπτυξιακή πορεία με ρυθμούς μεγέθυνσης γύρω στο 2% κατά μέσο όρο. Το 2025 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, ενώ το Α΄ εξάμηνο του 2026 κατά 1,9% σε ετήσια βάση. Η Ελλάδα εξακολουθεί έτσι να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Το ΕΔΣ προβλέπει ρυθμό μεγέθυνσης 1,9% για το 2026 και 2,0% για το 2027.

Η μακροοικονομική πρόοδος αποτυπώνεται και σε άλλους βασικούς δείκτες. Οι επενδύσεις, κύριος μοχλός της ανάπτυξης, αυξήθηκαν κατά 9,0% σε ετήσια βάση το Α΄ εξάμηνο του 2026. Η ανεργία υποχωρεί σταθερά και διαμορφώθηκε στο 7,4% τον Αύγουστο. Ανάλογη πρόοδος έχει σημειωθεί και στα δημοσιονομικά. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται με ταχύ ρυθμό: κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 και κατά εκτιμώμενες 7,9 μονάδες το 2026. Παράλληλα καταγράφονται σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, με εκτίμηση 3,6% του ΑΕΠ για το 2026 και πρόβλεψη 3,3% για το 2027. Τα αποτελέσματα αυτά επιτυγχάνονται παρά την ταυτόχρονη εφαρμογή μέτρων στήριξης για την ακρίβεια στην ενέργεια, η οποία πλήττει κυρίως τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο «ενάρετος» αυτός συνδυασμός δημοσιονομικής σταθερότητας και στήριξης βασίζεται κυρίως στην ανάπτυξη, στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και της θεσμικής αποτελεσματικότητας, που περιόρισε τη φοροδιαφυγή, και στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, που συγκρατεί το κόστος δανεισμού.

Η θετική αυτή εικόνα συνυπάρχει, ωστόσο, με σημαντικές προκλήσεις. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και χαμηλή ιδιωτική αποταμίευση. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ελλειμματικό, παρά τη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ. Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ υπολείπονται ακόμη του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), και η διατήρηση
της δυναμικής τους μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) θα αποτελέσει κρίσιμο ζητούμενο τα επόμενα χρόνια. Η ανεργία, αν και μειώνεται, παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης λόγω διαρθρωτικών παραγόντων. Τέλος, οι πληθωριστικές πιέσεις επανήλθαν το 2026, κυρίως λόγω της ενέργειας. Αν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές, ο κίνδυνος είναι το κόστος να μετακυλιστεί ευρύτερα στις τιμές και να οδηγήσει σε έναν
επίμονο πληθωρισμό.

Το ζητούμενο είναι να διαφυλαχθούν τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί, αλλά και να είναι έτοιμη η χώρα να αντιμετωπίσει νέες πιέσεις και προκλήσεις, όπως η συνεχώς αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ο εισαγόμενος πληθωρισμός που πλήττει τα πραγματικά εισοδήματα, το υψηλότερο κόστος δανεισμού διεθνώς, και η λήξη των πόρων από το ΤΑΑ. Στο περιβάλλον αυτό, η δημοσιονομική σταθερότητα, με συγκράτηση της αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών εντός των ορίων του δημοσιονομικού πλαισίου, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής, της εμπιστοσύνης στη χώρα μας, και άρα και της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

Η συνεπής προσήλωση σε αυτές τις προτεραιότητες μπορεί να μετατρέψει την ανθεκτικότητα των τελευταίων ετών σε διατηρήσιμη μακροχρόνια ανάπτυξη, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον δημοσιονομικό χώρο για την αποτελεσματική στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Μακροοικονομικές εξελίξεις και προοπτικές

• Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το Α΄ εξάμηνο του 2026 σε ετήσια βάση. Το ΕΔΣ προβλέπει ρυθμό μεγέθυνσης 1,9% για το 2026 και 2,0% για το 2027, ενώ οι αντίστοιχες προβλέψεις του ΥΠΕΘΟ διαμορφώνονται σε 2,0% και 2,3%. Η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με βασικούς μοχλούς τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση.

• Οι επενδύσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, με τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου να καταγράφει αύξηση κατά 9,0% σε ετήσια βάση το Α΄ εξάμηνο του 2026. Η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να διατηρήσει την ισχυρή δυναμική της, υποστηριζόμενη από την αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ καθώς και από τη σημαντική ενίσχυση του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΑΠΔΕ). Ωστόσο, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά το πέρας του ΤΑΑ αποτελεί βασική πρόκληση για τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και υψηλών επιτοκίων.

• Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο του 2026 και προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 8,4% για το σύνολο του 2026. Ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, γεγονός που αποδίδεται σε διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως η αναντιστοιχία δεξιοτήτων, η χαμηλή κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και η περιορισμένη απορροφητικότητα σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας.

• Οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύθηκαν εκ νέου το 2026, κυρίως λόγω της σημαντικής αύξησης των τιμών στην ενέργεια. Ο μέσος εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,6% κατά το Α΄ οκτάμηνο του έτους, έναντι 3,2% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Σύμφωνα με το ΠΚΠ 2027, ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,6% για το σύνολο του 2026 και να αποκλιμακωθεί στο 2,4% το 2027. Ωστόσο, η ενδεχόμενη διατήρηση των υψηλών τιμών της ενέργειας και η μετακύλιση του αυξημένου κόστους στα υπόλοιπα αγαθά και υπηρεσίες συνιστούν σημαντικούς ανοδικούς κινδύνους.

• Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε κατά 1,0 δισ. ευρώ το Α΄ εξάμηνο του 2026, διαμορφούμενο στα 9,5 δισ. ευρώ. Η επιδείνωση προήλθε κυρίως από τη σημαντική υποχώρηση των καθαρών εισπράξεων δευτερογενών εισοδημάτων, παρά τη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ. Παράλληλα, οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) ενισχύθηκαν σημαντικά, φθάνοντας τα 6,9 δισ. ευρώ.

• Παρά τη βελτίωση των περισσότερων μακροοικονομικών μεγεθών, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές διαρθρωτικές ανισορροπίες στην ελληνική οικονομία. Η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, τα επίμονα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το χαμηλό επίπεδο ιδιωτικής αποταμίευσης αποτελούν βασικές προκλήσεις. Η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής μεσοπρόθεσμα θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από την ενίσχυση της παραγωγικότητας και τη σταδιακή άμβλυνση των διαρθρωτικών ανισορροπιών.

Δημοσιονομικές προκλήσεις

Το ΕΔΣ καταλήγει ότι η πρόκληση τώρα είναι η διατήρηση του «ενάρετου» δημοσιονομικού μείγματος. Όμως, οι διεθνείς εξελίξεις έχουν, μεταξύ άλλων, αυξήσει την αβεβαιότητα, τον πληθωρισμό, την ανάγκη για δανεισμό και άρα και τα επιτόκια δανεισμού. Συνεπώς, έχουν δημιουργήσει αυξανόμενες δημοσιονομικές ανάγκες που επιβαρύνουν το δημοσιονομικό πλαίσιο. Αυτό είναι το δεδομένο διεθνές περιβάλλον για την Ελλάδα. Από την άλλη, το υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας
και οι υποχρεώσεις εξυπηρέτησής του καθιστούν αναγκαία τη συνέχιση της δημοσιονομικής σύνεσης. Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη στη χώρα, τη συγκράτηση του κόστους δανεισμού, την ενίσχυση των εγχώριων και ξένων επενδύσεων και, τελικά, την ανάπτυξη. Η ανάπτυξη, με τη σειρά της, αποφέρει τα φορολογικά έσοδα που στηρίζουν τα δημόσια οικονομικά και επιτρέπουν τη χρηματοδότηση κοινωνικών παροχών και μέτρων στήριξης. Η μακροοικονομική πορεία, η δημοσιονομική θέση και η κοινωνική πολιτική συνδέονται επομένως άρρηκτα και λειτουργούν συμπληρωματικά.

Κλείνοντας, το Συμβούλιο τονίζει ότι η δημοσιονομική πολιτική οφείλει να διατηρεί πάντα επαρκή δημοσιονομικό χώρο για παρέμβαση, εφόσον αυτό απαιτηθεί. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών (υγειονομική, ενεργειακή, γεωπολιτική) ανέδειξαν ότι η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους προϋποθέτει συντονισμένη ευρωπαϊκή απόκριση, όπως έδειξαν η ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής και ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Ο συνδυασμός δημοσιονομικής σύνεσης υπό κανονικές συνθήκες και ευελιξίας σε περιόδους κρίσης, στο πλαίσιο μιας κοινής ευρωπαϊκής προσέγγισης, διασφαλίζει τόσο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών όσο και τη δυνατότητα έγκαιρης στήριξης της οικονομίας και της κοινωνίας, όταν αυτό καθίσταται αναγκαίο, επισημαίνει.

Διαβάστε επίσης
© 2026 THECEO.gr, Ιδιοκτησία και δικαιούχος domain name MNMS IKEΌροι Χρήσης