Morgan Stanley και Optima βλέπουν συνέχεια στο ελληνικό τραπεζικό story, ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις «βλέπει» η ΤτΕ και υπέρβαση στόχων στον προϋπολογισμό

Ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών δίνουν η Morgan Stanley και η Optima Bank, οι οποίες διατηρούν ιδιαίτερα θετική στάση για τον κλάδο, εκτιμώντας ότι η κερδοφορία, οι υψηλές διανομές μερισμάτων και οι ελκυστικές αποτιμήσεις συνεχίζουν να δημιουργούν σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες.

Η Morgan Stanley ξεκινά την κάλυψη των ελληνικών τραπεζών με συνολική σύσταση «Overweight» για τον κλάδο. Ως κορυφαίες επιλογές αναδεικνύει την Alpha Bank, τη Eurobank και την Τράπεζα Πειραιώς, ενώ τηρεί στάση «Equal Weight» για την Εθνική Τράπεζα και την CrediaBank.

Οι τιμές-στόχοι που θέτει είναι 4,90 ευρώ για την Alpha Bank, 4,90 ευρώ για τη Eurobank, 11,30 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς, 17,20 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και 1,16 ευρώ για την CrediaBank. Ο αμερικανικός οίκος εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του μέσου όρου της Ευρωζώνης, στηρίζοντας την πιστωτική επέκταση, την αύξηση των καταθέσεων και την ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες.

Αντίστοιχα θετική εμφανίζεται και η Optima Bank, η οποία διατηρεί σύσταση «Buy» για όλες τις συστημικές τράπεζες και προχωρά σε αναβάθμιση των τιμών-στόχων. Ειδικότερα, ανεβάζει τον πήχη στα 18,10 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, στα 10,52 ευρώ για την Πειραιώς, στα 5,05 ευρώ για τη Eurobank και στα 4,79 ευρώ για την Alpha Bank.

Σύμφωνα με την Optima, οι ελληνικές τράπεζες αναμένεται να διατηρήσουν αποδόσεις ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) μεταξύ 13% και 16,5% έως το 2028, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή προβλέπεται να αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 10%. Παράλληλα, οι μερισματικές αποδόσεις εκτιμάται ότι θα κινηθούν μεταξύ 6% και 9% τα επόμενα χρόνια.

Οι δύο οίκοι συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών τους, παρά τη σημαντική βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών τους, γεγονός που αφήνει περιθώρια για περαιτέρω ανατιμήσεις των μετοχών τους.

*******

Ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις για την ελληνική οικονομία το 2026 «βλέπει» η Τράπεζα της Ελλάδος, με βασικό καταλύτη την άνοδο των τιμών της ενέργειας, σύμφωνα με το νέο Δελτίο για τον Πληθωρισμό που δημοσιοποιήθηκε σήμερα.

Η ΤτΕ εκτιμά ότι ο γενικός πληθωρισμός στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026, σημαντικά υψηλότερα από το 3,0% που προβλέπεται για την Ευρωζώνη. Η απόκλιση αποδίδεται κυρίως στη μεγαλύτερη ευαισθησία της ελληνικής οικονομίας στις ενεργειακές ανατιμήσεις, καθώς η μετακύλιση των αυξήσεων στις τελικές τιμές παραμένει εντονότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι της κεντρικής τράπεζας, η ενεργειακή πληθωριστική πίεση στην Ελλάδα κατά τους τελευταίους μήνες ήταν περίπου διπλάσια σε σύγκριση με την Ευρωζώνη. Ο ενεργειακός πληθωρισμός προβλέπεται να εκτιναχθεί στο 11,1% το 2026, έναντι 8,4% στην Ευρωζώνη, αντανακλώντας τις αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου και λοιπών ενεργειακών προϊόντων.

Η εικόνα αναμένεται να βελτιωθεί το 2027, με τον γενικό πληθωρισμό να υποχωρεί στο 2,6% στην Ελλάδα και στο 2,3% στην Ευρωζώνη, καθώς εκτιμάται αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών και ευνοϊκές επιδράσεις βάσης. Ωστόσο, η εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων ETS2 αναμένεται να επηρεάσει εκ νέου το ενεργειακό κόστος από το 2028.

Υπενθυμίζεται ότι τον Μάιο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός ανήλθε στο 4,9% στην Ελλάδα και στο 3,2% στην Ευρωζώνη, με τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής κρίσης να συνεχίζουν να μεταφέρονται στις τιμές ενέργειας και εμπορευμάτων.

*******

Ισχυρότερη των προβλέψεων αποδεικνύεται η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, με τα καθαρά έσοδα να υπερβαίνουν τον στόχο κατά 2,5 δισ. ευρώ, ενισχύοντας την εικόνα δημοσιονομικής ανθεκτικότητας της οικονομίας.

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 30,2 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 2,516 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Καθοριστική συμβολή είχε η πρόωρη είσπραξη της έβδομης δόσης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ύψους 884 εκατ. ευρώ, καθώς και η καλύτερη πορεία των εσόδων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, τα οποία ξεπέρασαν τον στόχο κατά 574 εκατ. ευρώ.

Το ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού εμφάνισε πλεόνασμα 91 εκατ. ευρώ, έναντι πρόβλεψης για έλλειμμα 2,176 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή εκτέλεση των δημοσιονομικών μεγεθών. Παράλληλα, το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 3,64 δισ. ευρώ, σημαντικά υψηλότερο από τον στόχο των 1,243 δισ. ευρώ.

Θετική ήταν και η εικόνα των φορολογικών εσόδων, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 28,1 δισ. ευρώ. Ακόμη και αν αφαιρεθούν έκτακτα έσοδα από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού και του καζίνο στο Ελληνικό, τα φορολογικά έσοδα παραμένουν υψηλότερα κατά 258 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο.

Τα στοιχεία του πενταμήνου ενισχύουν τις προσδοκίες για επίτευξη των φετινών δημοσιονομικών στόχων, παρά το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία.