
Διευρύνθηκε εκ νέου το άνοιγμα της ψαλίδας των επιτοκίων τον Ιούλιο, καθώς οι τράπεζες διατήρησαν αμετάβλητα τα επιτόκια των καταθέσεων, ενώ αύξησαν των δανείων. Συγκεκριμένα, στο 5,21% έφτασε τον Ιούνιο το spread μεταξύ των καταθέσεων και των δανείων από 4,98% που ήταν τον Μάιο, καθώς το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων αυξήθηκε στο 5,78%.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος τον Ιούνιο του 2024, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 0,57%.
. Τον Ιούνιο παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση στις χορηγήσεις επιχειρηματικών δανείων. Το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε περισσότερο στα μικρά δάνεια, μέχρι 250.000, όπου ανέβηκε από 5,76% σε 5,95%, καθώς και στα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ, όπου αυξήθηκε από 5,25% σε 5,37%. Αντίθετα, μειώθηκε από 6,14% σε 5,99% το μέσο επιτόκιο στα δάνεια από 250.000 έως 1 εκατ. ευρώ. Σημαντικά μειωμένο, από 6,17 σε 5,88% ήταν το μέσο επιτόκιο στα νέα δάνεια τακτής λήξης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται στο μικροσκόπιο της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΕΑ) για τα επιτόκια που προσφέρουν στους καταθέτες. Στο πλαίσιο αυτό, θα διερευνηθούν τυχόν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, με στόχο την υποβολή προτάσεων προς όφελος των αποταμιευτών ως το τέλος του 2024.
Σε αυτό οι τράπεζες απαντούν με μια παραδοχή» ότι ο ανταγωνισμός στην Ελλάδα είναι περιορισμένος, λόγω της συγκέντρωσης της αγοράς σε τέσσερα σχήματα μετά το ξέσπασμα της κρίσης, σημειώνουν ωστόσο ότι τα επιτόκια μεταξύ των προϊόντων τους διαφέρουν, ανάλογα με το είδος της πελατείας που στοχεύει κάθε όμιλος.
*******
Ανησυχία στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, αλλά και επιδείνωση των οικογενειακών προϋπολογισμών προκαλεί η εκτόξευση του πληθωρισμού τον Ιούλιο στο 3%, όπως αποτυπώνεται στα προσωρινά στοιχεία της Eurostat.
Ενδεικτικό το κλίματος ανησυχίας που επικρατεί στην κυβέρνηση είναι ότι ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος συναντιέται σήμερα με την Ενωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, με κυρίαρχο θέμα συζήτησης την ακρίβειας και τους τρόπους συγκράτησης των τιμών.
Την ίδια στιγμή, και στην ευρωζώνη ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,6%, πάνω από το 2,5% του Ιουνίου και από τις εκτιμήσεις των αναλυτών που προέβλεπαν ότι θα διατηρούνταν στα ίδια επίπεδα.
Εξετάζοντας τις κύριες συνιστώσες του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ, οι υπηρεσίες αναμένεται να έχουν τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό τον Ιούλιο (4,0%, έναντι 4,1% τον Ιούνιο), ακολουθούμενες από τα τρόφιμα, το αλκοόλ και τον καπνό (2,3%, έναντι 2,4% τον Ιούνιο), την ενέργεια (1,3%, έναντι 0,2% τον Ιούνιο) και μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά (0,8%, έναντι 0,7% τον Ιούνιο).
Ο δομικός πληθωρισμός στην ευρωζώνη, που εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και των μη επεξεργασμένων τροφίμων, διατηρήθηκε στο 2,8% σε ετήσια βάση, ενώ οι τιμές σε αυτή την κατηγορία υποχώρησαν 0,1% σε μηνιαία βάση.
*******
Εισροές 5 δισ. ευρώ υπολογίζεται ότι πραγματοποιήθηκαν σε μετοχές και ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ως αποτέλεσμα της πιστοληπτικής αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας.
Όπως αποφαίνεται μελέτη ης Τραπέζης της Ελλάδος από το δ’ τρίμηνο του 2022 έως το γ’ τρίμηνο του 2023 η αύξηση των τοποθετήσεων σε ομόλογα και μετοχές υπολογίζεται σε 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 2,9 δισ. ευρώ αφορούν θέσεις σε μετοχές και 2,1 δισ. ευρώ θέσεις σε ομόλογα.
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη «οι αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας και, κυρίως, η προοπτική για την αναβάθμιση στην επενδυτική κατηγορία οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των τοποθετήσεων των επενδυτικών κεφαλαίων σε ελληνικά κρατικά ομόλογα».
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η μεταβολή των προοπτικών της κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας σε θετικές από τον οίκο Standard and Poor’s τον Απρίλιο του 2023 οδήγησε σε σημαντική αύξηση των θέσεων των επενδυτικών κεφαλαίων σε ελληνικά κρατικά ομόλογα, σε σχέση με άλλα κρατικά ομόλογα της ζώνης του ευρώ. Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι οδήγησε σε μείωση στις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων που αντιστοιχεί σε περίπου 80% της πτώσης των διαφορών αποδόσεών τους έναντι των γερμανικών ομολόγων αναφοράς.
Τα αποτελέσματα αυτά είναι αξιοσημείωτα για δύο λόγους. Αφενός, η αύξηση της ζήτησης ελληνικών αξιογράφων παρατηρήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία τα επενδυτικά κεφάλαια μείωναν τις θέσεις τους σε ομόλογα με χαμηλές πιστοληπτικές αξιολογήσεις.
Αφετέρου, η μείωση στις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση των θέσεων των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων, υπερκέρασε τις αυξητικές πιέσεις που παρατηρήθηκαν στα ομόλογα διεθνώς λόγω των αυξήσεων των επιτοκίων.




























